​Αβάσταχτο είναι το βάρος για τα ελληνικά νοικοκυριά από την απίστευτη φοροεπιδρομή που δέχεται τον τελευταίο καιρό, καθώς σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων του ΣΕΒ, μισθωτός με μικτές αποδοχές, ύψους 2.400 ευρώ το μήνα και δύο παιδιά, πληρώνει το 60% του μισθού του σε φόρους και εισφορές.

Το ποσοστό μάλιστα αυτό είναι σχεδόν 20% μεγαλύτερο από αυτό που πληρώνουν οι φορολογούμενοι στη Γερμανία και 70% από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Αντίστοιχα, για μισθωτό με μέσες μικτές αποδοχές 1.440 ευρώ το μήνα, η Ελλάδα έχει τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές ως ποσοστό των μισθών σε σύγκριση με την Ολλανδία, την Φιλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, ενώ μόλις τρεις χώρες έχουν αισθητά υψηλότερες εισφορές από τις ελληνικές.

Ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι οι χώρες που έχουν αντίστοιχα υψηλές εισφορές με την Ελλάδα είναι όλες χώρες με χαμηλότερη γραφειοκρατία, χωρίς capital controls, με λιγότερη πολιτική αβεβαιότητα και τις οποίες εμπιστεύονται οι αγορές.

Σημειώνει μάλιστα ότι οι προτάσεις για αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών είναι ανεδαφικές και θα επιτείνουν την ύφεση, οδηγώντας σε μεγαλύτερη ανεργία.

Στο δελτίο του ΣΕΒ επισημαίνεται ακόμα ότι η Ελλάδα είναι σήμερα μία ακραία περίπτωση υποεπένδυσης, με τις καθαρές (μετά τις αποσβέσεις) επενδύσεις το 2014 να είναι αρνητικές και να διαμορφώνονται σε -8,3% του ΑΕΠ.

Ενδεικτικό είναι ότι στη χώρα μας για κάθε ένα ευρώ παραγωγή και εισόδημα απαιτούνται επενδυτικά κεφάλαια πενταπλάσιας αξίας, όταν στον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο απαιτούνται τα μισά περίπου από τα κεφάλαια αυτά.

«Το γεγονός ότι η χώρα μας είναι τελευταία στη σχετική κατάταξη σημαίνει ότι λειτουργεί με τεράστια εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα, τα οποία, αν δεν αρθούν, την καταδικάζουν σε διαρκή ύφεση ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε ένα αναπτυξιακό τέλμα χαμηλών επιδόσεων, μη ικανών να δημιουργήσουν ευκαιρίες για την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων», υποστηρίζει ο ΣΕΒ.

Υπενθυμίζεται ότι το προεδρείο του Συνδέσμου βρίσκεται σήμερα στις Βρυξέλλες, όπου και θα συναντηθεί με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.