​Η κτηματογράφηση όλης της ελληνικής επικράτειας ξεκίνησε πριν από 18 χρόνια, δηλαδή το 1997, σε 340 περιοχές σε όλη τη χώρα. Οι αγνώστου ιδιοκτήτη εκτάσεις, δηλαδή αυτές που δεν έχουν δηλωθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο, υπολογίζονται σε 200 χιλιάδες, εκ των οποίων τα 160 χιλιάδες οικόπεδα ή αγροτεμάχια και τα 40 χιλιάδες κτίρια, δηλαδή διαμερίσματα ή καταστήματα. Όπως προβλέπεται από το νόμο, τα ακίνητα αυτά θα περιέρχονται στο Δημόσιο.

Οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες των ακινήτων, θα μπορούν να προσφύγουν δικαστικώς, αλλά μόνο για να διεκδικήσουν χρηματική αποζημίωση, κι όχι για να πάρουν πίσω το ακίνητο. Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος, πρόκειται για όσους έχουν λόγο να φοβούνται την εφορία, δεν κατέχουν επίσημο τίτλο ιδιοκτησίας, συνιδιοκτήτες του οικοπέδου, απλώς αμελείς ή μόνιμους κάτοικους εξωτερικού. Για τους ομογενείς πάντως προβλέπεται παράταση της σχετικής προθεσμίας για δύο έτη.

Πάντως δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα πόσα από αυτά τα ακίνητα ανήκουν ήδη στ�� Δημόσιο, διότι το κράτος έως το Καλοκαίρι του 2013, δεν ήταν υποχρεωμένο να δηλώνει στο Κτηματολόγιο την περιουσία του.

Περίπου 10 χιλιάδες ακίνητα αναμένεται να περάσουν στη δικαιοδοσία του Δημοσίου ως το τέλος του χρόνου, καθώς για την άμεση εφαρμογή του κτηματολογίου, πιέζουν ασφυκτικά οι εκπρόσωποι των δανειστών μας.

Ήδη η διαδικασία έχει ξεκινήσει από την 1η Αυγούστου στο Πολύκαστρο Κιλκίς, με 1.267 ακίνητα άγνωστου ιδιοκτήτη και ως τις 15 Σεπτεμβρίου, σειρά παίρνουν το Άστρος Κυνουρίας, με 1.171 με δηλωμένα στο Εθνικό Κτηματολόγιο ακίνητα Κυνουρίας και το Μαρτίνο Φθιώτιδας με 1.226 τέτοιες εκτάσεις.

Ως το τέλος του χρόνου, θα ακολουθήσουν, άλλες 17 -δηλαδή συνολικά 20- περιοχές, και μέσα στο '16, 92 ακόμη, σε όλη την Ελλάδα.

Ανάμεσά τους και 8 στην Αττική: Βριλήσσια, Μελίσσια, Νέα Σμύρνη, Νέο Ψυχικό, Γέρακας, Ρέντη, Ελευσίνα και Νέα Πέραμος.

Πάντως η εκκίνηση της διαδικασίες, μετά από συνεχείς αναβολές, ξύπνησε αρκετούς αμελείς που τρέχουν την τελευταία στιγμή να υποβάλουν αιτήσεις διόρθωσης, και να σώσουν την περιουσία τους. Σύμφωνα με πηγές του Εθνικού Κτηματολογίου, αυτοί υπολογίζονται σε 35 χιλιάδες.