​Εκτόξευση του δημόσιου χρέους στο 149,9% του ΑΕΠ το 2020, αντί στόχου για 124% του ΑΕΠ προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το οποίο παράλληλα εκτιμά ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί ...51,9 δισ ευρώ από τον Οκτώβριο του 2015 έως και το τέλος του 2018, εκ των οποίων τα 36 δις πρέπει να τα διαθέσει η Ευρωζώνη.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, το Ταμείο θεωρεί απαραίτητη νέα δι��υθέτηση του χρέους με τουλάχιστον τον διπλασιασμό της περιόδου χάριτος που έχει η Ελλάδα για τα δάνεια από την Ευρωζώνη, καθώς και του χρόνου αποπληρωμής τους, ενώ τα νέα δάνεια θα πρέπει να έχουν τους ίδιους ευνοϊκούς όρους. Αν, όμως, επιδεινωθεί η οικονομική δραστηριότητα και ταυτόχρονα μειωθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, τότε θα απαιτείται «κούρεμα» χρέους της τάξης των 30 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με το ΔΝΤ να προτείνει την πλήρη διαγραφή των 53 δισ. ευρώ που έχουν δανείσει στην Ελλάδα οι χώρες της Ευρωζώνης στο πλαίσιο του πρώτου Μνημονίου ή κάτι αντίστοιχο.

Οι παραπάνω εκτιμήσεις γίνονται με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα 1% του ΑΕΠ για φέτος, 2% του ΑΕΠ για το 2016, στο 3% του ΑΕΠ για το 2017, στο 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 και όλα τα επόμενα χρόνια. Επίσης, το ονομαστικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 1,2% φέτος, ενώ από το 2016 θα υπάρχει ανάπτυξη της τάξης του 2,8%, το 2017 κατά 4,4% και το 2018 κατά 4,5%.

Όλα τα παραπάνω περιλαμβάνονται στην έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (DSA) που συνέταξε το ΔΝΤ και η οποία έρχεται σε αντίθεση με εκείνη της Κομισιόν που έχει πολύ πιο αισιόδοξες προβλέψεις.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η ανάγκη για επιπλέον δάνειο οφείλεται σε διάφορες αλλαγές των βασικών προβλέψεων που υπήρχαν.

Ειδικότερα:

1. Η μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργεί «τρύπα» 13 δισ ευρώ στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
2. Οι αποκλίσεις στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων επιβαρύνουν κατά 9 δισ ευρώ τις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας. Πλέον εκτιμάται ότι τα ετήσια έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις θα είναι της τάξης των 500 εκατ. ευρώ. Οτιδήποτε παραπάνω θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή χρέους.
3. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου υπολογίζονται σε περισσότερα από 7 δισ ευρώ. Ετσι, η χώρα θα χρειαστεί νέα δάνεια ύψους τουλάχιστον 5 δισ ευρώ για να τις αποπληρώσει σταδιακά.
4. Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός από φορείς του Δημοσίου έχει φθάσει στα 10,7 δισ ευρώ και εν μέρει θα πρέπει να αναπληρωθεί. Λαμβάνοντας ��πόψη και τα 700 εκατ. ευρώ που χρησιμοποίησε η Ελλάδα για να εξοφλήσει το ΔΝΤ αξιοποιώντας τα κεφάλαια που ήταν κατατεθειμένα στο Ταμείο και θα πρέπει να επιστραφούν, το Ταμείο εκτιμά ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας αυξάνονται κατά 6,5 δισ ευρώ. Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι τα κεφάλαια που είχε το ΤΧΣ θα παραμείνουν στην άκρη, για ενδεχόμενες νέες ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα για το χρέος που καθιστά κατά το ΔΝΤ μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος είναι η σταδιακή αντικατάσταση του φθηνού δανεισμού από την Ευρωζώνη με τον ακριβό δανεισμό από τις αγορές.
«Δεδομένης της εύθραυστης δυναμικής του χρέους, περαιτέρω πα��αχωρήσεις είναι απαραίτητες για την ανάκτηση της βιωσιμότητας του χρέους», υποστηρίζει το ΔΝΤ και με τα παραπάνω δεδομένα προτείνει:
- διπλασιασμό της περιόδου χάριτος στα 20 χρόνια (από 10 που είναι τώρα) των δανείων από την Ευρωζώνη
- διπλασιασμός του χρόνου αποπληρωμής των δανείων αυτών στα 40 έτη (από 20 που είναι σήμερα)
- διατήρηση των υφιστάμενων χαμηλών επιτοκίων δανεισμού για τα νέα δάνεια ύψους 51,9 δισ ευρώ που χρειάζεται η Ελλάδα έως το τέλος του 2018.
Με αυτά τα μέτρα, αν και το χρέος δεν θα μειωθεί στα επίπεδα που προέβλεπε η απόφαση του Νοεμβρίου του 2012 (124% του ΑΕΠ το 2020 και κάτω το�� 110% του ΑΕΠ το 2022), οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας θα είναι κατά μέσο όρο στο 10% του ΑΕΠ ετησίως στην περίοδο 2015 – 2045, που διασφαλίζει την εξυπηρέτηση του χρέους.
Επίσης, το ΔΝΤ θεωρεί ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έχει «μεγάλες πιθανότητες» να είναι βιώσιμο, επειδή στηρίζεται σε ρεαλιστικότερες από ότι προηγουμένως υποθέσεις.