​Μια απίστευτη παγίδα υπερφορολόγησης κρύβουν φέτος οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για τα τεκμήρια διαβίωσης, καθώς χιλιάδες φορολογούμενοι καλούνται να καταβάλουν υπέρογκα ποσά φόρου εισοδήματος αν και δηλώνουν πολύ μικρά ποσά εισοδημάτων προερχόμενα μόνο από τόκους μικροκαταθέσεων ή και από μισθώματα.

Το παράδοξο αυτό γεγονός συμβαίνει γιατί η Γενική Γραμματεία Εσόδων, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις διατάξεις των άρθρων 31 – 34 και 69 του ΚΦΕ φορολογεί συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα με συνολικό συντελεστή φόρου 40,3% επί εξωπραγματικών τεκμαρτών εισοδημάτων, τα οποία προσδιορίζονται με βάση τα ελάχιστα ποσά τεκμηρίων των 3.000 ευρώ για τους άγαμους και των 2.500 ευρώ για τους έγγαμους συζύγους, καθώς επίσης και με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης για τις κατοικίες και τα ΙΧ αυτοκίνητα που οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι χρησιμοποιούν.

Η τακτική αυτή κοστίζει πανάκριβα σε εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενους, οι οποίοι το 2014 δεν απέκτησαν εισοδήματα από εργασία, αλλά απλώς είναι δικαιούχοι μικροπο��ών τόκων από λογαριασμούς καταθέσεων ή απέκτησαν πολύ χαμηλά εισοδήματα από ενοίκια.

Όπως διευκρινίζουν στον Ελεύθερο Τύπο στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, κάθε φορολογούμενος, ο οποίος δηλώνει στη φετινή φορολογική δήλωση πολύ χαμηλά εισοδήματα προερχόμενα μόνο από τόκους καταθέσεων ή κι από ακίνητα, εφόσον κατά τη διάρκεια του 2014 διέμεινε σε κατοικία δική του ή ενοικιαζόμενη ή δωρεάν παραχωρηθείσα ή εφόσον κατείχε αυτοκίνητο, φορολογείται με βάση τα τεκμήρια για εισόδημα πολύ μεγαλύτερο από το δηλούμενο.

Έτσι, σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ΓΓΔΕ εκτοξεύει στα ύψη το τελικό φορολογητέο εισόδημα, υπολογίζοντάς το με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης.

Εφαρμόζει ε��ίσης και το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης, παρά το γεγονός ότι με πρόσφατα ψηφισθείσα διάταξη προβλέπεται εξαίρεση από το τεκμήριο αυτό για όσους έχουν πραγματικά εισοδήματα μόνο από τόκους ή κι από ακίνητα. Κι αυτό συμβαίνει επειδή σύμφωνα με ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης, την οποία έκαναν αρμόδιοι παράγοντες της ΓΓΔΕ, το ελάχιστο τεκμήριο δεν εφαρμόζεται μόνο εφόσον ο φορολογούμενος με τα εισοδήματα από τόκους και ακίνητα δεν βαρύνεται καθόλου με τεκμήρια.

Μάλιστα στις περιπτώσεις φορολογουμένων με πολύ χαμηλά εισοδήματα από τόκους ή κι από ακίνητα, η όποια πρόσθετη διαφορά εισοδήματος προκύπτει λόγω της εφαρμογής τεκμηρίων, φορολογείται ως «εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα», με συντελεστή 26%. Στη συνέχεια ο φόρος που ��ροκύπτει προσαυξάνεται περαιτέρω κατά 55% με την προκαταβολή φόρου έναντι του επόμενου έτους. Έτσι η συνολική επιβάρυνση επί της πρόσθετης διαφοράς τεκμαρτού εισοδήματος εκτοξεύεται τελικά στο 40,3%.