​Ευρύτερες διαστάσεις λαμβάνει πλέον το πρόβλημα της υπερφορολόγησης που προκαλούν οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος για τα τεκμήρια διαβίωσης.

Δημοσίευμα του «Ελεύθερου Τύπου» αποκαλύπτει ότι η «παγίδα» της υπερφορολόγησης που έχει στηθεί μέσω των τεκμηρίων σε όσους κατοίκους του εξωτερικού δηλώνουν ως μοναδικά πραγματικά εισοδήματα στην Ελλάδα μερικά λεπτά του ευρώ τόκους καταθέσεων, θίγει και εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους του εσωτερικού με πολύ χαμηλά εισοδήματα προερχόμενα όχι μόνο από τόκους, αλλά και από ακίνητα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από νεότερες διευκρινίσεις αρμόδιων στελεχών του υπουργείου Οικονομικών, κάθε μόνιμος κάτοικος Ελλάδος, ο οποίος το 2014 απέκτησε στη χώρα πολύ χαμηλά εισοδήματα, προερχόμενα μόνο από τόκους καταθέσεων ή και από ακίνητα, εφόσον διέμεινε σε κατοικία δική του ή ενοικιαζόμενη ή δωρεάν παραχωρηθείσα ή εφόσον κατείχε ΙΧ αυτοκίνητο, φορολογείται με βάση το σύστημα των τεκμηρίων διαβίωσης κι έτσι καλείται να πληρώσει ένα υπέρογκο ποσό φόρου εισοδήματος.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, σε κάθε τέτοια περίπτωση, η ΓΓΔΕ εκτοξεύει στα ύψη το τελικό φορολογητέο εισόδημα, υπολογίζοντάς το με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης. Εφαρμόζει μάλιστα το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ για κάθε άγαμο και των 2.500 ευρώ για κάθε έγγαμο, παρά το γεγονός ότι με την πρόσφατα ψηφισθείσα διάταξη προβλέπεται εξαίρεση από το τεκμήριο αυτό για όσους έχουν πραγματικά εισοδήματα μόνο από τόκους και ακίνητα.

Κι αυτό συμβαίνει, γιατί σύμφωνα με την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης που έκαναν παράγοντες της ΓΓΔΕ, το ελάχιστο τεκμήριο δεν εφαρμόζεται μόνο εφόσον ο φορολογούμενος με τα εισοδήματα από τόκους και ακίνητα δεν βαρύνεται καθόλου με τεκμήρια για κατοικίες, αυτοκίνητα, κλπ.

Στις περισσότερες περιπτώσεις φορολογουμένων με πολύ χαμηλά εισοδήματα από τόκους ή και από ακίνητα, η όποια πρόσθετη διαφορά εισοδήματος προκύπτει λόγω τεκμηρίων, φορολογείται ως «εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα» με συντελεστή 26%. Στη συνέχεια ο φόρος προσαυξάνεται κατά 55%, καθώς επιβάλλεται και προκαταβολή φόρου έναντι του επόμενου έτους, με συνέπεια η συνολική επιβάρυνση επί της πρόσθετης διαφοράς τεκμαρτού εισοδήματος να εκτοξεύεται στο 40,3%.