Ως μια «βασανιστική διαδικασία» που θα τραβήξει για μήνες, περιγράφει η UBS τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δανειστές της, σε έκθεση που δημοσιoποιήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας, Kiran Ganesh και Ricardo Garcia-Schildknecht, τα δύο μέρη, τελικά, θα καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα διασώζει τα προσχήματα, για αμφότερους τους συμβεβλημένους.

Το πιθανότερο είναι ότι θα επιτραπεί στην Ελλάδα να περιορίσει το πρωτογενές της πλεόνασμα στο 1-2% του ΑΕΠ και να προβεί σε ανταλλαγή χρέους έναντι ομολόγων με ρήτρα ανάπτυξης.

Ε��ν επικρατήσει αυτό το σενάριο, έστω και οριακά θα μειωθούν οι άμεσες πιέσεις προς την Ελλάδα, για τον περιορισμό των κρατικών δαπανών και την αποπληρωμή του χρέους.

Η έκθεση θέλει ότι υπό αυτές τις συνθήκες και με την χώρα να τελεί κάτω από ένα «βαρύ» χρέος, η επανεμφάνιση της κρίσης θεωρείται σχεδόν βέβαια σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η έκθεση κάνει αναφορά στο ελληνικό χρέος που βρίσκεται στο 175%, καθώς και στην πρόβλεψη του ΔΝΤ για πτώση του στο 135% το 2019, υπό την αίρεση ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα έτρεχε με 5%.

Όμως, αν η χώρα συνεχίσει σε ύφεση, αυτές οι προβλέψεις φαντάζουν υπερβολικά αισιόδοξες.

Όσο για τα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4,5%, ώστε να υπάρξει μεσοπρόθεσμα μείωση του χρέους σε βιώσιμα επίπεδα, η έκθεση αναφέρει ότι ελάχιστες χώρες έχουν κατορθώσει κάτι ανάλογο- οι οποίες ήταν ως επί των πλείστων πετρελαιοπαραγωγές χώρες ή φορολογικοί παράδεισοι.

Η διαγραφή χρέους αποκλείεται, αναφέρει, καθώς θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο στην ευρωζώνη, από το οποίο θα ήθελαν να ωφεληθούν και άλλες χώρες που τελούν υπό ασφυκτικό χρέος.

Σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε την χρεοκοπία, το πιθανότερο είναι μια κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος.