Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο «πήγε στην Ευρώπη για να μείνει» -κατά την έκφραση ενημερωμένης πηγής-, παρά το γεγονός ότι στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα δεν επιθυμεί να διαθέσει άλλους πόρους πέραν των εγκεκριμένων για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ουκρανία, αφού οι αξιωματούχοι του πιστεύουν ότι άλλες περιοχές του πλανήτη έχουν μεγαλύτερη ανάγκη οικονομικής στήριξης.

Είναι διάχυτη η εντύπωση ότι η σκλήρυνση των θέσεων των δανειστών στέλνει μηνύματα και στην πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Άλλωστε υπενθυμίζουν η Ευρώπη δεν επέλεξε το ΔΝΤ για την οικονομική του επιφάνεια, αλλά για την τεχνική υποστήριξη και εμπειρία που διαθέτει, και η οποία είναι η καλύτερη παγκοσμίως.

Το Ταμείο φαίνεται ότι δεν θα δεχθεί να λάβει «κάθισμα στην πίσω θέση», διότι ως δανειστής διαθέτει απαιτήσεις και δικαιώματα. Έτσι για το διάστημα κατά το οποίο οι ευρωπαϊκές χώρες θα χρωστούν και μέχρι να καταφέρουν να ξεπληρώσουν, το ΔΝΤ επιθυμεί να έχει σχέση συνεργασίας και επιτήρησης για να μην εκτροχιαστούν οι οικονομίες και να τεθεί σε κίνδυνο το πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων.

Από την άλλη πλευρά, με την ανάμειξη του Ταμείου στις οικονομικές υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την οποία ζήτησαν την άνοιξη του 2010 οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και αποδέχθηκε με προθυμία ο Ντομινίκ Στρος-Καν, το ΔΝΤ αναγκάστηκε να αυξήσει τον προϋπολογισμό του και να προσλάβει υπαλληλικό προσωπικό στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και στο Γραφείο Τύπου.

Όπως έλεγε χαρακτηριστικά αξιωματούχος στο "Εθνος", η μείωση των εργασιών του ΔΝΤ στην Ευρώπη θα αφήσει χωρίς αντικείμενο αρκετούς υπαλλήλους.

Οι απόψεις βεβαίως διίστανται και κατά καιρούς εκφράστηκαν θέσεις ότι το ΔΝΤ πρέπει να επιστρέψει στον παραδοσιακό ρόλο του, όταν δεν είχε «συμμαχικές σχέσεις», όπως αυτή που συνήψ��ν το Ταμείο, η Κομισιόν και η ΕΚΤ και είναι γνωστή ως τρόικα. Πρώην αξιωματούχος υποστήριξε ότι η σχέση με την Ευρώπη «είναι δρόμος χωρίς γυρισμό» και αυτή την άποψη ενστερνίζεται και ο κ. Πολ Τόμσεν, νέος επικεφαλής της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων.

Οι επιλογές

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, και παρά το γεγονός ότι η γενική διευθύντρια Κριστίν Λαγκάρντ είχε αφήσει να εννοηθεί πως είναι εύκολος ο δρόμος του απεγκλωβισμού από το Ταμείο, κάτι που επιθυμεί διακαώς η Αθήνα, οι αναλυτές του ΔΝΤ εκφράζουν βάσιμες αμφιβολίες για τη δυνατότητα της χώρας -όπως έχουν τα οικονομικά πράγματα αυτή τη στιγμή- να αντισταθεί στις επιθέσεις που θα δεχθεί από τις αγορές. Ο πρώην αξιωματούχος υπενθύμισε ότι η Αθήνα έχει τρεις επιλογές, στις οποίες αναφέρθηκε η κ. Λαγκάρντ στη συνάντηση που είχε με τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη τον Οκτώβριο στην Ουάσιγκτον. Η κ. Λαγκάρντ φέρεται να του είπε ότι «θα πράξουμε ό,τι θέλετε εσείς και θα σας υποστηρίξουμε» σε ό,τι επιλέξετε:

Πρώτον: Καθαρή έξοδος με δύο επιθεωρήσεις τον χρόνο.

Δεύτερον: Μένετε στο πρόγραμμα και δεν αλλάζει τίποτα μέχρι την άνοιξη του 2016.

Τρίτον: Παίρνετε την «προληπτική γραμμή στήριξης», η οποία όμως προβλέπει νέες δεσμεύσεις.

Επίσης, οι δανειστές εκφράζουν φόβους για τους λαϊκιστές πολιτικούς και αναφέρονται χαρακτηριστικά οι υποθέσεις των ένστολων και των δικαστικών, που θύ��ισαν στους Ευρωπαίους και στο ΔΝΤ «τις κακές εποχές της κυριαρχίας των συνδικαλιστών».

Οι αξιωματούχοι που ασχολούνται με την Ελλάδα, και ειδικά οι κ. Τόμσεν και Γκογιάλ, είναι εξαιρετικά προσεκτικοί και αποφεύγουν τις ενημερώσεις σε σχεδόν όλα τα θέματα, και ειδικά σε αυτά που άπτονται της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Όμως δεν είναι μυστικό ότι ο «φόβος» της αποστολής του Ταμείου έγκειται σε αυτό ακριβώς το γεγονός της «πελατειακής σχέσης» των πολιτικών με τους ψηφοφόρους.

Ο πρώην αξιωματούχος του ΔΝΤ, που μίλησε στο «Έθνος της Κυριακής» υπό καθεστώς ανωνυμίας, εξήγησε ότι στην Ελλάδα φαίνεται να υπερισχύουν δυνάμεις που ονειρεύονται το «χρυσό» παρελθόν του «μεγάλου κράτους» που συντηρεί το πολιτικό, το οικονομικό και το επιχειρηματικό σύστημα.

Σύμφωνα με τον πρώην αξιωματούχο, ο λόγος, λοιπόν, που το Ταμείο απαιτεί ισχυρό ρόλο στη μεταμνημονιακή εποχή είναι για να προστατεύσει «τα βήματα προς τα εμπρός που έγιναν, τις μεταρρυθμίσεις και τις θυσίες του ελληνικού λαού».

Είναι διάχυτη η εντύπωση ότι η σκλήρυνση των θέσεων των δανειστών στέλνει μηνύματα και στην πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία δεν επιθυμεί την παραμικρή σχέση με το Ταμείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απουσία επαφών ενίσχυσε την έλλειψη εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, δεν ισχύουν οι πληροφορίες για «κανάλι επικοινωνίας» του ΣΥΡΙΖΑ με το ΔΝΤ και οι άνθρωποι του Ταμείου φέρονται να είναι πολύ ενοχλημένοι με την άρνηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλ. Τσίπρα να συναντήσει τον κ. Τόμσεν στην Αθήνα.