Οι πρώτες εκτιμήσεις για το τρίτο τρίμηνο του έτους ενισχύουν σημαντικά τις ενδείξεις για μετάβαση σε καθεστώς ανάπτυξης εντός του 2014, εκτιμά το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), επισημαίνοντας, ωστόσο ότι οι προαναφερόμενες πρώτες θετικές ενδείξεις δεν δικαιολογούν εφησυχασμό σε κανένα επίπεδο, «δεδομένου ότι η οικονομική συγκυρία παραμένει εύθραυστη και η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με καίρια διαρθρωτικά και αναπτυξιακά ζητήματα που απαιτούν στοχευμένες και εξειδικευμένες λύσεις και δράσεις».

«Η προβλεπόμενη έξοδος της ελληνικής οικονομίας από τη μακροχρόνια και βαθιά ύφεση εντός του 2014 φαίνεται πλέον να επιβεβαιώνεται από τα μακροοικονομικά δεδομένα, όπως καταδεικνύουν τα πιο πρόσφατα στοιχεία των τριμηνιαίων Εθνικών Λογαριασμών, που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ», επισημαίνεται στο μηνιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων του ΚΕΠΕ.

«Συνολικά, προκύπτει ότι, στην παρούσα συγκυρία, η ελληνική οικονομία ξέφυγε από το φάσμα της ύφεσης, με τους ρυθμούς ανάπτυξης να αναμένονται ισχυροί για τα επόμενα χρόνια. Οι βασικοί μακροοικονομικοί, καθώς και ορισμένοι πρόδρομοι δείκτες δείχνουν να επιβεβαιώνουν αυτή την εξέλιξη. Οι ευνοϊκές αυτές εξελίξεις στα δεδομένα για το ΑΕΠ της χώρας συνοδεύονται από ένα, επίσης, ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στοιχείο σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, το οποίο αφορά στην καταγραφόμενη, έστω και μικρή, συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση της ανεργίας.

Εντούτοις επισημαίνει ότι «στην παρούσα φάση, η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη, λόγω συγκεκριμένων υφιστάμενων παθογενειών της οικονομίας και της αβεβαιότητας που εδράζεται στις πολιτικές εξελίξεις και τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους. Η αβεβαιότητα φαίνεται να αντανακλάται στο spread των ελληνικών ομολόγων, αλλά και στην πτώση του ελληνικού χρηματιστηρίου», σύμφωνα με το ΚΕΠΕ.

«Τις πρώτες θέσεις στον κατάλογο των θεμάτων που χρήζουν άμεσης και δυναμικής αντιμετώπισης, καταλαμβάνουν το υπερβολικά υψηλό ποσοστό ανεργίας στη χώρα, η έλλειψη ρευστότητας και οι σημαντικές δυσχέρειες αναφορικά τόσο με την παροχή όσο και το κόστος χρηματοδότησης στην οικονομία, καθώς και η αποτελεσματική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Ελλάδας», τονίζει το ΚΕΠΕ.