«Η Ελλάδα της κρίσης και των Μνημονίων δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για την υλική στέρηση των παιδιών που σοκάρει με τα ευρήματα της.

Σύμφωνα με την έρευνα, στην πενταετία 2009-2013 τα νοικοκυριά που αδυνατούν να παρέχουν στα παιδιά τους βασικά αγαθά και υπηρεσίες αυξήθηκαν δραματικά, με τη μεγαλύτερη αύξηση να εντοπίζεται στο ποσοστό των οικογενειών που έχουν «κόψει» τα παιδιά τους από τις σχολικές εκδρομές (από 7,6% το 2009 σε 25,4% το 2013).

Την ίδια ώρα, 1 στις 5 οικογένειες (18,4%) δηλώνει ότι δεν μπορεί για οικονομικούς λόγους να διαθέσει κατάλληλο χώρο στα παιδιά της για σχολική μελέτη, ενώ το 2009 το ποσοστό ήταν «μόλις» 11,7%.

Η κρίση διπλασίασε και το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν µπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα γεύµα µε κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι σε καθημερινή βάση (7,4% το 2013 από 4% το 2009), ενώ τετραπλασίασε το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν στα παιδιά τους νωπά φρούτα και λαχανικά µία φορά την ηµέρα (4,4% το 2013 από 1,1% το 2009).

Αναλυτικά, τα ευρήματα της έρευνας:

• Τα νοικοκυριά µε παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών, παρέχουν στα παιδιά τους καινούρια ρούχα σε ποσοστό 98,7%, και δύο ζευγάρια υποδημάτων στο σωστό μέγεθος σε ποσοστό 99,3%. Το 1,3% και το 0,7% των νοικοκυριών αντίστοιχα δηλώνει ότι δεν έχει την οικονοµική δυνατότητα να παρέχει τα παραπάνω στα παιδιά του. Τα νοικοκυριά που δηλώνουν ότι δεν έχουν την οικονοµική δυνατότητα να παρέχουν στα παιδιά τους καινούρια ρούχα ή δύο ζευγάρια υποδημάτων στο σωστό μέγεθος, ανήκουν στον φτωχό πληθυσμό

• Το 20,8% των φτωχών νοικοκυριών, δηλώνει ότι δεν µπορεί να παρέχει στα παιδιά του εξοπλισµό υπαίθριων δραστηριοτήτων αναψυχής, ενώ το 15,4% δεν µπορεί να παρέχει στα παιδιά του παιχνίδια εσωτερικού χώρου

• Το 90,3% των νοικοκυριών, παρέχει στα παιδιά του ένα γεύµα µε κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι σε καθημερινή βάση, ενώ το 94,7% των νοικοκυριών παρέχει στα παιδιά του τη δυνατότητα να καταναλώνουν νωπά φρούτα και λαχανικά µία φορά την ηµέρα. Το 1,7% των µη φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν έχει την οικονοµική δυνατότητα να παρέχει στα παιδιά του ένα γεύµα µε κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι σε καθημερινή βάση, ενώ το 1,3% δηλώνει ότι για οικονομικούς λόγους δεν παρέχει στα παιδιά του τη δυνατότητα να καταναλώνουν νωπά φρούτα και λαχανικά µία φορά την ηµέρα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό πληθυσμό είναι 22,3% και 12,6% αντίστοιχα

• Σε ποσοστό 82,9% τα νοικοκυριά δηλώνουν ότι έχουν την δυνατότητα να καλύψουν οικονοµικά την τακτι��ή συμμετοχή των παιδιών σε δραστηριότητες αναψυχής. Τα φτωχά νοικοκυριά δηλώνουν ότι δεν έχουν αυτή την οικονοµική δυνατότητα σε ποσοστό 36,3%.

• Το 86% περίπου των νοικοκυριών, µπορεί να καλύψει οικονοµικά τη διοργάνωση παιδικών εκδηλώσεων (γενέθλια, ονοµαστικές εορτές κ.λπ.), ενώ τα ποσοστά για τον φτωχό και τον µη φτωχό πληθυσμό είναι 66,9% και 93,4%, αντίστοιχα

• Το 68,7% των φτωχών νοικοκυριών, δηλώνει ότι δεν µπορεί να καλύψει οικονοµικά την συμμετοχή των παιδιών του σε σχολικές εκδροµές και εκδηλώσεις µε ίδιους οικονοµικούς πόρους, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα µη φτωχά νοικοκυριά ανέρχεται σε 8,8%.

• Σε ποσοστό 9,2% τα νοικοκυριά, δηλώνουν ότι δεν µπορούν να παρέχουν στα παιδιά τους τη δυνατότητα να προσκαλούν περιστασιακά, στο σπίτι ή αλλού, φίλους για παιχνίδι και φαγητό, ενώ τα ποσοστά για τον φτωχό και τον µη φτωχό πληθυσμό είναι 23,7% και 3,7% αντίστοιχα.

• Τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν κατά κύριο λόγο αδυναµία να παρέχουν στα παιδιά τους βασικά αγαθά και υπηρεσίες είναι τα νοικοκυριά που έχουν 4 ή περισσότερα παιδιά. Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά µε 3 παιδιά δεν µπορούν να καλύψουν τα έξοδα συμμετοχής των παιδιών τους σε σχολικές εκδροµές σε ποσοστό 45,1%, ενώ για τα νοικοκυριά που έχουν 4 ή περισσότερα παιδιά το ποσοστό ανέρχεται σε 66,5%. Αντίστοιχα, τη δυνατότητα διοργάνωσης εκδηλώσεων (γενέθλια, ονοµαστικές εορτές κλπ.), δεν µπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους τα νοικοκυριά µε 3 παιδιά σε ποσοστό περίπου 16%, ενώ τα νοικοκυριά µε 4 ή πε��ισσότερα παιδιά δηλώνουν ότι δεν µπορούν να προσφέρουν τη δυνατότητα αυτή στα παιδιά τους σε ποσοστό 28,6%.