​Λογιστικά… τρικ εφαρμόζει το υπουργείο Οικονομικών για να εισπράξει από τους φορολογούμενους μεγαλύτερο ΕΝΦΙΑ από αυτόν που αναλογεί στην πραγματική αξία της ακίνητης περιουσίας τους.

Έτσι, σύμφωνα με τον Ελεύθερο Τύπο, οι ιδιοκτήτες ακινήτων πληρώνουν τον ΕΝΦΙΑ με «καπέλο» από 14% έως 53% εξαιτίας των αποφάσεων του υπουργείου Οικονομικών, να επιβάλει το φόρο αυτό με βάση τις αντικειμενικές αξίες του 2007, που ισχύουν για τα νεόδμητα αστικά ακίνητα, αλλά και να μη συνυπολογίζει καθόλου την παλαιότητα των κτισμάτων.

Συγκεκριμένα, ο υπολογισμός του ΕΝΦΙΑ για όλες τις κατοικίες παλαιότητας άνω του ενός έτους γίνεται με βάση τις αντικειμενικές αξίες που ισχύουν για τα νεόδμητα κτίρια, δηλαδή με βάση τιμές, οι οποίες βρίσκονται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα των πραγματικών αξιών των ακινήτων.

Ως βάση υπολογισμού, χρησιμοποιούνται οι τιμές ζώνης ανά τετραγωνικό μέτρο, οι οποίες ισχύουν για τον υπολογισμό των φορολογητέων αξιών των νεοανεγερθέντων κτισμάτων. Από εκεί και πέρα, η παλαιότητα των κατοικιών που κατέχουν οι φορολογούμενοι δεν λαμβάνεται υπόψη και η τελική επιβάρυνση των φορολογουμένων δεν μειώνεται.

Και αυτό γιατί το σύστημα υπολογισμού του κύριου ΕΝΦΙΑ περιλαμβάνει συντελεστές παλαιότητας που δεν μειώνουν τον φόρο ανάλογα με τα έτη που έχουν περάσει από την ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής άδειας, αλλά τον αυξάνουν όσο λιγότερα είναι τα χρόνια αυτά, δηλαδή όσο νεότερο είναι το κτίσμα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι συντελεστές αυτοί κρατούν σταθερό τον χρόνο για τα ακίνητα άνω των 25 ετών και τον αυξάνουν για όσα έχουν παλαιότητα από 25 έως ένα χρόνο.

Τέλος, η υπερφορολόγηση οφείλεται όχι μόνο στο γεγονός ότι ο ΕΝΦΙΑ υπολογίζεται με βάση τις τιμές ζώνης που καθορίστηκαν πριν από επτά χρόνια για τα νεόδμητα κτίρια, αλλά και στο ότι το σύστημα υπολογισμού του φόρου ακινήτων τον προσαυξάνει παράνομα, καθώς δεν προβλέπει τους κανονικούς συντελεστές παλαιότητας που ισχύουν για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ και των φόρων μεταβίβασης κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών.