​Μια εβδομάδα μετά τις αποκαλύψεις πως το Λουξεμβούργο διευκολύνει και συγκαλύπτει τη φοροαποφυγή που λαμβάνει χώρα εκτός των συνόρων του, συνάπτοντας μυστικές συμφωνίες με τουλάχιστον 1000 εταιρίες κάθε χρόνο με οικονομικά ανταλλάγματα δισεκατομμυρίων ευρώ και τα αιτήματα για την παραίτησή του Ζαν- Κλοντ Γιούνκερ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση.

Ο Πρόεδρος Γιούνκερ εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στην αίθουσα Τύπου της Κομισιόν μετά τη συνεδρίαση του Κολλεγίου των Επιτρόπων για να απαντήσει δημοσίως στα ερωτήματα των δημοσιογράφων για τις φορολογικές πρακτικές της χώρας την οποία κυβέρνησε για 19 έτη.

«Δεν πρόκειται να υπάρξει περίπτωση Γιούνκερ εναντίον Γιούνκερ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει τις πρακτικές του Λουξεμβούργου και η Επίτροπος Ανταγωνισμού Μαρκέτε Βεστάγκερ θα δράσει ανεξάρτητα» τόνισε ο πρόεδρος της Επιτροπής.

Ο κ. Γιούνκερ διαβεβαίωσε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ζητήσει την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών στοιχείων στην Ε.Ε., πρόταση με την οποία θα ασχοληθεί προσωπικά ο Επίτροπος Οικονομικών, Φορολογίας και Τελωνειακών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί και κάλεσε τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων να συμφωνήσουν. «Χρειαζόμαστε περισσότερη φορολογική εναρμόνιση στην Ε.Ε για να αποφύγουμε περιπτώσεις φοροδιαφυγής» δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Γιούνκερ υπογράμμισε πως τάσσεται υπέρ του φορολογικού ανταγωνισμού, αλλά δήλωσε ��ως μετανιώνει για το γεγονός πως σε ορισμένες περιπτώσεις αυτός ο ανταγωνισμός οδήγησε σε φοροδιαφυγή.

«Δεν ήμουν εγώ ο α��χιτέκτονας του φορολογικού συστήματος του Λουξεμβούργου. Το φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου είναι ανεξάρτητο. Είμαι πολιτικά υπεύθυνος για όσα συνέβησαν σε κάθε γωνιά του Λουξεμβούργου» παραδέχτηκε

Όπως είπε ο κ. Γιούνκερ, «όλα έγιναν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τους διεθνούς κανόνες που εφαρμόζονται σε αυτό το θέμα».

Σύμφωνα με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες ο Ζαν - Κλοντ Γιούνκερ αναμένεται να εμφανιστεί, αργότερα σήμερα, και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για να απαντήσει και στις ερωτήσεις των μελών του Σώματος, κάτι που είχε ζητήσει από την πρώτη στιγμή ο Γκι Φερχόφσταντ, επικεφαλής της πολιτικής ομάδας των Φιλελεύθερων και Δημοκρατών.