Το «πράσινο φως» περιμένουν στο υπουργείο Οικονομικών εντός των επόμενων δέκα ημερών προκειμένου να προχωρήσουν στο ξήλωμα της παράλογης διάταξης για το χαρακτηρισμό ενός επενδυτή στο χρηματιστήριο ως επαγγελματία.

Πρόκειται για χαρακτηρισμό ο οποίος οδηγεί σε παράλογη και εξοντωτική φορολόγηση, αλλά και στην απίστευτη υποχρέωση να πρέπει να ανοίξει βιβλία και να ασφαλιστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας.

Στο υπουργείο Οικονομικών δηλώνουν κάτι παραπάνω από αισιόδοξοι ότι η τρόικα θα δώσει το «πράσινο φως» για το ξήλωμα της συγκεκριμένης διάταξης καθώς τα επιχειρήματα τόσο του υπουργείου όσο και των φορέων της κεφαλαιαγοράς φαίνεται να έχουν πιάσει τόπο.

Η διάταξη για τους επαγγελματίες επενδυτές εμφανίστηκε στον νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2013 και τέθηκε σε ισχύ από την Πρωτοχρονιά του 2014.

Η διάταξη ορίζει ότι όποιος πραγματοποιεί συστηματικά συναλλαγές στο χρηματιστήριο θεωρείται επαγγελματίας επενδυτής και φορολογείται ως τέτοιος. Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη που καρπώνεται από τις αγοραπωλησίες μετοχών φορολογούνται με συντελεστή 26%, ενώ ο ίδιος θα πρέπει να ανοίξει και βιβλία εσόδων εξόδων και να αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις και το γραφειοκρατικό κόστος που συνεπάγεται η άσκηση ενός ελευθέριου επαγγέλματος!

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν από τους φορείς της κεφαλαιαγοράς και τους επενδυτές του χρηματιστηρίου, το υπουργείο Οικονομικών υπό την καθοδήγηση και της τρόικας εξειδίκευσε το τι σημαίνει συστηματική ενασχόληση με το χρηματιστήριο.

Με απόφαση, λοιπόν, που εκδόθηκε τον περασμένο Απρίλιο ορίστηκε ότι επαγγελματίας επενδυτής θεωρείται αυτός που πληροί σωρευτικά τα δυο παρακάτω κριτήρια:

α) πραγματοποίησε κατά μέσο όρο τουλάχιστον 10 χρηματιστηριακές συναλλαγές, συνολικής αξίας τουλάχιστον διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ ανά τρίμηνο, στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων.

β) η αξία χαρτοφυλακίου των τίτλων αυτών του φορολογούμενου, οριζόμενου ως καταθέσεις μετρητών συν τίτλους, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, σε μία τουλάχιστον χρονική στιγμή στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων.

Με βάση τα παραπάνω στις αρχές του 2015 θα πρέπει οι χρηματιστηριακές εταιρείες να ενημερώσουν τους πελάτες τους που πληρούν τα συγκεκριμένα κριτήρια ότι θεωρούνται επαγγελματίες επενδυτές, ότι θα πρέπει να αναλάβουν και τις σχετικές υποχρεώσεις καθώς και ότι θα φορολογηθούν για τα χρηματιστηριακά τους κέρδη με συντελεστή 26%.

Το βασικό επιχείρημα των φορέων της κεφαλαιαγοράς το οποίο απ’ ό,τι φαίνεται γίνεται αποδεκτό από το υπουργείο Οικονομικών και τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας είναι ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις θα οδηγήσουν στον ενταφιασμό της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς. Σημαντικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια ιδιωτών θα οδηγηθούν αναγκαστικά στην έξοδο από τις ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρείες και θα μεταφερθούν στο εξωτερικό μόνο και μόνο για να γλιτώσουν από τον παραλογισμό του «επαγγελματία επενδυτή».

Ο φόρος υπεραξίας μετοχών

Για τους ιδιώτες επενδυτές στο χρηματιστήριο η φορολογική νομοθεσία προβλέπει τη φορολόγησή τους με το φόρο υπεραξίας μετοχών. Πρόκειται για φόρο ο οποίος θα εμφανιστεί στα εκκαθαριστικά του φόρου εισοδήματος του 2015 (που αφορά στα φετινά εισοδήματα). Ο φόρος, ωστόσο, έχει πολύ χαμηλό εύρος εφαρμογής και αυτοί που τελικά θα τον πληρώσουν θα είναι ελάχιστοι, αν όχι κανένας.

Η νομοθεσία προβλέπει ότι ο φόρος υπεραξίας υπολογίζεται με συντελεστή 15% επί της διαφοράς της τιμής πώλησης και της τιμής που αποκτήθηκαν οι μετοχές. Ωστόσο, ο φόρος επιβάλλεται μόνο για μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστηριακή αγορά, εφόσον ο μεταβιβάζων συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας με ποσοστό τουλάχιστον μισό τοις εκατό (0,5%) και οι μεταβιβαζόμενες μετοχές έχουν αποκτηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2009 και εξής.

Με άλλα λόγια για να πιαστεί ένας επενδυτής στα δίχτυα του φόρου υπεραξίας θα πρέπει να έχει αποκτήσει τις μετοχές που πούλησε μετά την Πρωτοχρονιά του 2009 και ο ίδιος να διαθέτει το 0,5% των μετοχών της εταιρείας. Θα πρέπει δηλαδή να είναι μεγαλομέτοχος της εταιρείας. Το καλοκαίρι εξετάστηκε το ενδεχόμενο να τεθεί και ένα όριο αξίας των μεταβιβαζόμενων μετοχών πάνω από το οποίο θα επιβαλλόταν φόρος υπεραξίας αλλά τελικά δεν θεσμοθετήθηκε.