​Αισθητά μειωμένο είναι το εφάπαξ που θα πάρουν οι δικαιούχοι από τα ταμεία του Δημοσίου το 2014, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που ήρθαν στο φως.

Ενδεικτικό είναι ότι κατά τη διετία 2012 – 2014, τα ταμεία του Δημοσίου χορήγησαν εφάπαξ που ήταν κατά 166% περισσότερα από εκείνα τα οποία χορηγήθηκαν την περίοδο 2009 – 2011, ενώ αυξημένο κατά 119% ήταν και το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στους δικαιούχους.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία όλων των τομέων του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, την περίοδο 2009 – 2011 χορηγήθηκαν 32.472 εφάπαξ που αντιστοιχούσαν σε ποσό ύψους 1.221.717 ευρώ.

Αντίστοιχα, την περίοδο 2012 – 2014, ο αριθμός των εφάπαξ που χορηγήθηκαν αυξήθηκε στα 86.481 με τα ποσά να αγγίζουν τα 2.673.744 ευρώ. Μάλιστα για το 2014 έχει προγραμματιστεί η χορήγηση 31.450 εφάπαξ.

Αναλυτικά σύμφωνα με τα στοιχεία του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων

• το 2008, χορηγήθηκαν για εφάπαξ βοηθήματα 469.706.000 ευρώ σε 11.605 δικαιούχους, ενώ τα ποσά που έλαβαν οι δικαιούχοι ήταν 40.474 ευρώ κατά μέσο όρο.
• το 2009 χορηγήθηκαν 433.754.000 ευρώ σε 12.041 δικαιούχους, με μέσο όρο παροχής τα 36.023 ευρώ.
• το 2010 10.152 δικαιούχοι έλαβαν 391.730.000 ευρώ δηλαδή 38.586 ευρώ κατά μέσο όρο. Την ίδια χρονιά οι εκκρεμείς αιτήσεις είχαν υπερβεί τις 20.000, ενώ υπήρξε παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη για «υπέρμ��τρη καθυστέρηση στην καταβολή του εφάπαξ από το ΤΠΔΥ».
• Το 2011 χορηγήθηκαν 396.234.000 ευρώ σε 10.279 δικαιούχους με μέσο όρο εφάπαξ 38.547 ευρώ.
• Το 2012 χορηγήθηκαν 14.238 εφάπαξ συνολικής δαπάνης 543.444 .000. ευρώ με μέσο όρο ανά δικαιούχο τα 38.168 ευρώ.
• Την επόμενη χρονιά, το 2013, ο αριθμός των εφάπαξ που χορηγήθηκαν εκτινάχθηκε στις 40.793, ενώ δαπανήθηκαν 1.266.300.000 ευρώ με μέσο όρο 31.042 ευρώ ανά δικαιούχο.
• Από την αρχή του 2014, άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ, και έως το τέλος του έτους, έχει προγραμματισθεί η χορήγηση 31.450 εφάπαξ, συνολικής δαπάνης 864.000.000 ευρώ με μέσο όρο τα 27.472 ευρώ ανά δικαιούχο.

Μιλώντας σχετικά ο υπουργός Εργασίας, Γ. Βρούτσης, δήλωσε:

«Καταφέραμε όχι μόνο να εξασφαλίσουμε την απρόσκοπτη καταβολή τους, αλλά επιπλέον ��πιταχύναμε τον χρόνο απόδοσης και αυξήσαμε τον αριθμό των εφάπαξ που χορηγούνται. Αυτό επιτεύχθηκε μέσα σε ένα δύσκολο δημοσιονομικά περιβάλλον και ενώ τα Ταμεία είχαν σωρεύσει περισσότερα από 1,5 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμα και ήταν ορατός ο κίνδυνος να καταρρεύσουν».

Πρόσθεσε μάλιστα ότι «τα ταμεία πρόνοιας παροχών εφάπαξ, σε αντίθεση με την ανταποδοτική φιλοσοφία και τη λογική με την οποία πρωτοδημιουργήθηκαν, έδιναν παροχές που ήταν τελικά πολύ υψηλότερες από τις εισφορές που είχαν στην πραγματικότητα καταβληθεί. Τα εφάπαξ, ιδιαίτερα στα ταμεία του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, ήταν σε αρκετές περιπτώσεις κατά 50%, 70%, ακόμη και 90% περισσότερα από τις εισφορές που πραγματικά καταβλήθηκαν».