«Η οικονομική συγκυρία τείνει να βελτιωθεί, αλλά οι αβεβαιότητες παραμένουν» επισημαίνει στην έκθεσή της η Επιτροπή Προϋπολογισμού της Βουλής, η οποία προειδοποιεί ότι η κατάσταση αν δεν βελτιωθεί ενδέχεται να οδηγήσει σε νέο μνημόνιο!

«Το προηγούμενο τρίμηνο η κατάσταση της οικονομίας βελτιώθηκε. Όλα τα οικονομικά μεγέθη δείχνουν (και τα ερευνητικά Ινστιτούτα επιβεβαιώνουν) ότι η χώρα εισήλθε στο στάδιο της οικονομικής σταθεροποίησης και ότι είναι σχεδόν βέβαιη μια μικρή ανάκαμψη έως το τέλος του έτους. Σύμφωνα με τα νεότερα προσωρινά στοιχεία από την ΕΛ.ΣΤΑΤ, η ύφεση το πρώτο τρίμηνο του 2014 ήταν μικρότερη από την αρχική πρόβλεψη και διαμορφώθηκε στο -0,9% από το -1,1% που είχε αρχικά εκτιμηθεί» επισημαίνεται στην έκθεση, ενώ γίνεται αναφορά στην πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος ότι αν συνεχιστεί η έως τώρα τάση αποκλιμάκωσης της ύφεσης μέχρι το τέλος του έτους, το ΑΕΠ το 2014 θα παρουσιάσει αύξηση περί το 0,5%, αν και ο ΟΟΣΑ αναμένει περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ έστω και οριακή.

«Αν δεν επιτευχθούν στο μέλλον υψηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν θα υπάρξει γρήγορη και αισθητή βελτίωση της απασχόλησης και, αντίστροφα, αν η ανεργία παραμείνει σε υψηλά επίπεδα θα επηρεάσει αρνητικά, μαζί με άλλους παράγοντες, τη δυνητική παραγωγή στο μέλλον. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ συμπίπτουν στην πρόβλεψη ότι θα υπάρξει μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά 1 εκατοστιαία μονάδα το 2014 και κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες το 2015 για να πέσει στο 24-24,4%»αναφέρεται στην έκθεση.

Οι πηγές της αβεβαιότητας χαρακτηρίζονται πολλές με πρώτο το ζήτημα των τραπεζών, το οποίο, επισημαίνεται ότι παρά τις ανακεφαλαιοποιήσεις που επιτεύχθηκαν, δεν έχει λυθεί, κα��ώς εκκρεμεί λύση για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία συνεχίζουν να αυξάνονται και να περιορίζουν τις δανειοδοτικές ικανότητες των τραπεζών.

Ειδική αναφορά γίνεται στα «κόκκινα δάνεια»: «Σύμφωνα με τα στοιχεία για το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2014 που ανακοίνωσε στη Βουλή των Ελλήνων ο νέος Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, τα δάνεια με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών διαμορφώνονταν στα € 77 δισ. ή στο 36% του συνολικού χαρτοφυλακίου χορηγήσεων τον Απρίλιο έναντι 32% που ήταν πέρσι το ίδιο διάστημα. Από αυτά, τα € 42 δισ. είναι επιχειρηματικά δάνεια, τα € 25 δισ. στεγαστικά και τα € 10 δισ. καταναλωτικά δάνεια. Εάν στα παραπάνω δάνεια προστεθούν και τα ήδη αναδιαρθρωμένα που όμως έχουν ξαναγίνει μη εξυπηρετούμενα, το αντίσ��οιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 40%!».

Η Επιτροπή Προϋπολογισμού της Βουλής επικαλείται ακόμη πρόσφατη έκθεση του Δ.Ν.Τ., σύμφωνα με την οποία το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, το οποίο ξεπερνά επίπεδα άλλων χωρών που έχουν οδηγήσει σε συστημικές κρίσεις καθώς και ότι οι χορηγήσεις δανείων από τις τράπεζες εξακολουθούν να υποχωρούν.

Στην έκθεση αναφέρεται ακόμα ότι οι υστερήσεις των μεταρρυθμίσεων μπορεί να προκαλέσουν εκ νέου άνοδο των επιτοκίων δανεισμού της χώρας. «Πρέπει να τονισθεί ότι ακόμα και χωρίς μνημόνιο η χώρα θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό εποπτεία –τη φορά τούτη των αγορών που θα αντικαταστήσουν την τρόικα- αν δεχθούμε ότι δεν θα προσφύγει στον ΕΜΣ. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα προσφεύγει για δάνεια σε αυτόν ή σε κάποιο ad hoc διακρατικό όχημα. Στην περίπτωση αυτή θα υπάρξουν νέες συμβατικές δεσμεύσεις» υπογραμμίζει, φωτογραφίζοντας τον κίνδυνο νέου μνημονίου.

«Απειλητική» χαρακτηρίζεται και η δυναμική του δημοσίου χρέους, καθώς οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ για την Ελλάδα στηρίζονται σε παραδοχές που μπορεί να διαψευσθούν, όπως και ότι «προς το παρόν και παρά κάποιες επίσημες αισιόδοξες προσδοκίες, ο λόγος χρέους εξακολουθεί να αυξάνεται».