Επιβράδυνση της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και μεγάλη μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομικής ισχύος προς όφελος των αναδυόμενων οικονομιών και ειδικά εκείνων της Νοτιοανατολικής Ασίας, “βλέπει” για τα επόμενα 50 χρόνια μέσα από την τελευταία του έκθεση ο ΟΟΣΑ.

Σε επίπεδο αγοράς εργασίας, οι εργαζόμενοι και τα διοικητικά στελέχη με την υψηλότερη εξειδίκευση θα ωφεληθούν περισσότερο από τις τεχνολογικές εξελίξεις, ενώ η ίδια η τεχνολογία θα καταργεί ή θα υποκαθιστά θέσεις εργασίας που απαιτούν απλές δεξιότητες μεσαίου επιπέδου. Η διεύρυνση του εισοδηματικού χάσματος θα καταγραφεί ανάμεσα σε όσους έχουν υψηλά και σε όσους έχουν μεσαία εισοδήματα.

Όπως αναφέρει η “Καθημερινή”, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν λόγω της απραξίας και απευθύνει έκκληση να συγκροτηθεί μία πιο μεγαλόπνοη παγκόσμια ατζέντα, με στόχο τη δημιουργία κοινωνιών με λιγότερους αποκλεισμούς κοινωνικών ομάδων, τη βελτίωση της ευημερίας και τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος για τις επόμενες γενιές.

Ο διεθνής οργανισμός επισημαίνει ότι τα προσεχή 50 χρόνια θα περισταλεί το χάσμα στα εισοδήματα μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναδυόμενων οικονομιών, με αποτέλεσμα να περιοριστούν και τα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους σε μετανάστευση προς τη Δύση, με συνέπεια σε βάθος χρόνου να οξυνθούν οι πιέσεις λόγω γηράσκοντος πληθυσμού.

Επιπλέον, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι θα επηρεαστούν οι οικονομίες των κρατών εάν δεν μειωθούν οι εκπομπές ρύπων. Οι πολιτικοί, όντας αντιμέτωποι με τις ανωτέρω προκλήσεις, θα πρέπει να αναζωογονήσουν τις αγορές εργασίας και προϊόντων, να στηρίξουν την καινοτομία και την παραγωγικότητα και να εφαρμόσουν αποδοτικές πολιτικές στην αναδιανομή του πλούτου. Επίσης, όπως συστήνει στην έκθεσή του ο ΟΟΣΑ, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αναθεώρηση του τρόπου χρηματοδότησης των κοινωφελών υπηρεσιών και των φορολογικών δομών.

Ειδικότερα, όσο�� αφορά την προβλεπόμενη αναπτυξιακή επιβράδυνση, ο διεθνής οργανισμός προτείνει πολιτικές σε τέσσερις άξονες: επιτάχυνση της οικονομικής ενοποίησης, ενίσχυση των θεσμών, ώστε να γίνουν ανθεκτικότεροι στους κραδασμούς, μείωση των εκπομπών ρύπων για άμβλυνση του αντίκτυπου των κλιματικών αλλαγών και, κυρίως, ενδυνάμωση της οικονομίας της γνώσης, η οποία θα αποβεί η βασική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης στο μέλλον.