Η επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές βοηθά στο μέτωπο των χρηματοδοτικών αναγκών της και υπογραμμίζει το εύρος της δημοσιονομικής και οικονομικής προσαρμογής που έχει επιτευχθεί, τονίζει η Fitch.

Ωστόσο, σημειώνει ότι τα οικονομικά και τα πολιτικά ρίσκα παραμένουν και δεν είναι ξεκάθαρο το πόσο διατηρήσιμη είναι η πρόσβαση της χώρας στις αγορές.

Η Fitch αναφέρει ότι το ισοζύγιο επιτευγμάτων και ρίσκου αντανακλάται στην τρέχουσα αξιολόγηση Β- με σταθερό outlook. Βάσει του προγράμματος, αναμένεται να ανακοινώσει πιθανή αλλαγή στην αξιολόγηση της χώρας στις 23 Μαΐου.

Αναφορικά με την έξοδο στις αγορές, ο οίκος σημειώνει ότι τα κεφάλαια που αντλήθηκαν θα ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της Ελλάδας στο μέτωπο της χρηματοδότησης.

Η επανάκτηση της πρόσβασης στην αγορά ήταν αντικειμενικός στόχος των ελληνικών προγραμμάτων (προέκυψαν σημαντικά κενά χρηματοδότησης στο πρώτο πρόγραμμα εξαιτίας της εκτίμησης ότι η Ελλάδα θα ανακτήσει την πρόσβαση στις αγορές πριν από το τέλος του προγράμματος) και η έκδοση της Πέμπτης υπερκαλύφθηκε σημαντικά.

Αλλά η επιτυχία της δεν εγγυάται ότι η Ελλάδα θα έχει κάνει μια βιώσιμη επιστροφή στην χρηματοδότηση από την αγορά μέχρι τη στιγμή που θα λήξει το τρέχον πρόγραμμα.

Η χρηματοδότηση από την αγορά στο 5% είναι πιο ακριβή από το μέσο ετήσιο κόστος που χρηματοδοτεί η τρόικα (2%-3%). Το ΔΝΤ εκτιμά τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες για το 2014 στο 15,8% του ΑΕΠ, στο 10,2% το 2015 και στο 4,5% το 2016.

«Και παραμένουν σημαντικά ρίσκα στην κρατική πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους κάθε άλλο παρά διασφαλισμένη είναι και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 175% (πολύ υψηλότερα από την «Β» κατηγορία αξιολόγησης, αν και οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης μεσοπρόθεσμα είναι σχετικά χαμηλές έναντι των ομολόγων). Το πολιτικό ρίσκο για τις μεταρρυθμίσεις και την εξυγίανση παραμένει υψηλό, ενώ η μεταρρυθμιστική κόπωση αποτυπώνεται στην μικρή κυβερνητική πλειοψηφία στη βουλή και στην αντιμεταρρυθμιστική στάση της αντιπολίτευσης».