Μια γκρίζα ζώνη που έχει οδηγήσει πολλούς φορολογούμενους στα δικαστήρια διατηρήθηκε στο νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ).

Παρά το γεγονός ότι πλέον οι περισσότερες μεταβιβάσεις ακινήτων πραγματοποιούνται σε τίμημα χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία, ο νέος ΚΦΕ εμφανίζοντας αυτούσια τη διάταξη που ίσχυε και με τον προηγούμενο νόμο, προβλέπει τον υπολογισμό της τεκμαρτής δαπάνης απόκτησης (πόθεν έσχες) του ακινήτου με βάση την κατά πολύ υψηλότερη αντικειμενική.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο αγοραστής θα κληθεί να δικαιολογήσει την προέλευση εισοδήματος το οποίο όμως δεν απέκτησε ποτέ!

Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 32 του νόμου 4172 του 2013 (��ηλαδή του νέου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος), το οποίο αφορά στα τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων (πόθεν έσχες), ορίζεται ξεκάθαρα ότι στην περίπτωση αγοράς ακινήτων «ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982. Αν το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια είναι μεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται το καθοριζόμενο σε αυτά τα συμβόλαια τίμημα».

Με βάση τα παραπάνω, ο αγοραστής του ακινήτου θα κληθεί να δηλώσει στη φορολογική του δήλωση ως τίμημα την υψηλή αντικειμενική αξία, κινδυνεύοντας έτσι να πιαστεί στην τσιμπίδα του τεκμηρίου απόκτησης περιουσιακού στοιχείου και να πληρώσει πρόσθετο φόρο εισοδήματος.

Το θέμα, ωστόσο, δεν έχει μείνει αναπάντητο από τους φορολογούμενους. Πολλοί προσέφυγαν στο παρελθόν στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκαν. Με δικαστικές αποφάσεις, όπως τονίζουν έμπειροι φοροτεχνικοί, έχει παραχθεί νομολογία που ορίζει ότι το τίμημα για την εφαρμογή του πόθεν έσχες είναι το πραγματικά καταβαλλόμενο και όχι η αντικειμενική αξία.

Αυτό, όπως σημειώνουν, πρακτικά σημαίνει ότι ο αγοραστής θα δηλώσει στη φορολογική του δήλωση το πραγματικό τίμημα και εφόσον αυτό αμφισβητηθεί από την εφορία θα πρέπει στη συνέχεια να επικαλεστεί τη σχετική νομολογία.