​Ολοένα και περισσότερο έδαφος κερδίζουν στην ελληνική αγορά οι επιχειρήσεις του ενός ευρώ (ΙΚΕ). Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε στη Βουλή ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Αθανάσιος Σκορδάς, οι ΙΚΕ είναι πρώτες στις προτιμήσεις των Ελλήνων επιχειρηματιών, αφού είναι ο κυρίαρχος εταιρικός τύπος που ξεπερνά ακόμη και τις ομόρρυθμες εταιρείες.

«Σήμερα περίπου το 39% των εταιρειών που συστήνονται στη χώρα μας είναι με τη νομική μορφή της ΙΚΕ, έναντι 32% ΟΕ, 15% ΕΕ, 8% ΕΠΕ και 6% ΑΕ, πράγμα που αποδεικνύει ότι η ΙΚΕ, με τη σημερινή της διαμόρφωση είναι απολύτως επιτυχημένος θεσμός» αναφέρει ο κ. Σκορδάς σε έγγραφο του που διαβιβάστηκε στην Βουλή ως απάντηση στην ερώτηση του βουλευτού της ΝΔ Μ.Κεφαλογιάννη για τα διάφορα εμπόδια στην ανάπτυξη.

Οι Εταιρείες του ενός ευρώ (ΙΚΕ) έχουν, λογιστικά, όλες τις υποχρεώσεις μιας Ανώνυμης Εταιρείας, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει να τηρούνται διπλογραφικά βιβλία, να συντάσσεται ισολογισμός και να τηρείται ταμείο στην επιχείρηση. Ότι οι ΙΚΕ φορολογούνται ακριβώς όπως οι ΑΕ και οι ΕΠΕ, σε αντίθεση με τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες που τηρούν βιβλία εσόδων- εξόδων.

Είναι τελικά οι ΙΚΕ οι μοναδικές εταιρείες του ενός 1 ευρώ;

Όπως τονίζει ο κ.Σκορδάς και οι ΕΠΕ μπορούν να συσταθούν με μηδενικό πρακτικά κεφάλαιο (0,01 ευρώ). Δεν παύουν, όμως, αυτές οι κατηγορίες εταιρειών να είναι κεφαλαιουχικές (να ευθύνονται δηλαδή για τα χρέη τους μόνο με τη δική τους περιουσία) και όχι με την περιουσία των εταίρων, όπως οι προσωπικές εταιρείες (ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες). Αυτό καθιστά υποχρεωτικό, ως αντιστάθμισμα γι αυτή την περιορισμένη ευθύνη των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτές, το να υπάρχει η μέγιστη διαφάνεια στις οικονομικές τους συναλλαγές, η οποία επιτυγχάνεται με το διπλογραφικό σύστημα.

Ο κ. Σκορδάς επισημαίνει, επίσης, ότι το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της ΙΚΕ σε σχέση με τους παρεμφερείς εταιρικούς τύπους είναι η μη υποχρεωτική ασφάλιση όλων των εταίρων ,αλλά μόνο του διαχειριστή και του μοναδικού εταίρου (εφόσον είναι μονοπρόσωπη) στον ΟΑΕΕ. Επιπλέον, παρέχει πολύ μεγάλη ευελιξία στους τρόπους συμμετοχής σε αυτή, δεδομένου ότι οι εταίροι μπορούν να εισφέρουν κεφάλαιο, εξωκεφαλαιακά στοιχεία (πχ εργασία) ή εγγυήσεις, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες τους.