Ο θεσμός της διαμεσολάβησης εισήχθη στην Ελλάδα με το νόμο 3898/2010. Με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά ενσωματώθηκε στο εσωτερικό Δίκαιο η Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου.

Ας δούμε, όμως, αναλυτικά τι είναι η διαμεσολάβηση.

Ποιες διαφορές υπάγονται σε διαμεσολάβηση

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.3898/2010, σε διαμεσολάβηση υπάγονται, ύστερα από συμφωνία των μερών, διαφορές ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή να μπορεί να συνομολο��ηθεί συμβιβασμός.

Με ποιον τρόπο η διαφορά υπάγεται σε διαμεσολάβηση

Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε να κρατήσει τη διαμεσολάβηση προαιρετική, αλλά και δυνατή σε όλα τα στάδια της ύπαρξης της διαφοράς, δηλαδή πριν από τη δικαστική διεκδίκηση, αλλά και σε κάθε στάδιο της διαγνωστικής διαδικασίας. Η μόνη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 3 του ν. 3898/2010 είναι η ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας ανάμεσα στα μέρη (αρχή της ελευθερίας των μερών) ή η πρόσκληση των μερών από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση. Τότε η συζήτηση αναβάλλεται για ένα τρίμηνο και πάντως όχι παραπάνω από ένα εξάμηνο.

Διαδικασία της διαμεσολάβησης

Η έγγραφη συμφωνία των μερών για προσφυγή στη διαμεσολάβηση αποτελεί το πρώτο βήμα για την εισαγωγή σε μια διαρθρωμένη διαδικασία που στοχεύει στην επίτευξη μιας αμοιβαίως ικανοποιητικής λύσης. Η διαμεσολάβηση δεν είναι απλή διαπραγμάτευση, ούτε και συμβιβασμός, ούτε όμως και διαιτησία, και δεν διακρίνεται, συνεπώς, από υπέρμετρη τυπικότητα. Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε την προώθηση της ελευθερίας της διαδικασίας, αλλά επέβαλε την τήρηση, για παράδειγμα, της ισότητας των μερών, της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή. Επίσης, τάσσει υποχρεωτική την παρουσία δικηγόρου για καθένα από τα μέρη. Επιπλέον, στο άρθρο 8 του ν. 3898/2010 υπογραμμίζεται ότι προς διασφάλιση της αντικειμενικότητας του διαμεσολαβητή και της αρχής του απορρήτου και της εμπιστευτικότητας δεν τηρούνται πρακτικά και ο διαμεσολαβητ��ς δεν κρατά σημειώσεις. Η σύσταση αυτή είναι ουσιώδης καθώς ο διαμεσολαβητής τόσο κατά το προστάδιο όσο και κατά τη διεξαγωγή της διαμεσολάβησης έρχεται σε επικοινωνία χωριστά με καθένα από τα μέρη, στις λεγόμενες κατ’ ιδίαν συναντήσεις (caucus). Δεν επιτρέπεται να κοινοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία στο άλλο μέρος, αν πρώτα δεν λάβει τη ρητή συναίνεση αυτού που την έδωσε. Μετά το τέλος της διαδικασίας συντάσσεται το πρακτικό διαμεσολάβησης (άρθρο 9 ν. 3898/2010).

Πως διασφαλίζονται τα μέρη μετ�� την υπογραφή του πρακτικού διαμεσολάβησης, δηλαδή πως αποκτά εκτελεστότητα η συμφωνία

Εφόσον τουλάχιστον ένα από τα μέρη ζητήσει να κηρυχθεί εκτελεστό το πρακτικό διαμεσολάβησης, τότε ο διαμεσολαβητής οφείλει να καταθέσει το πρωτότυπο του πρακτικού στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου διεξήχθη η διαμεσολάβηση.

Τα προτερήματα της διαμεσολάβησης

1. Είναι μια άτυπη διαδικασία χωρίς τοπικούς ή χρονικούς περιορισμούς στην οποία τα μέρη έχουν τον πλήρη έλεγχο του αποτελέσματος, αφού λαμβάνουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία και είναι παρόντα.

2. Διαρκεί μία με μιάμιση μέρα και έχει εξαιρετικά μικρό κόστος σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία, το οποίο κατανέμεται μεταξύ των μερών και όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του ν. 3898/2010 είναι το ελάχιστο 100 ευρώ την ώρα.

3. Έχει άμεσο αποτέλεσμα σε σχέση με τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν επιφέρει κανένα κο��νωνικό κόστος. Στη διαμεσολάβηση έχουμε νίκη και των δύο μερών (win-win situations) μέσω του ελέγχου των συμφερόντων τους και την κατά 100% ικανοποίησή τους.