​Μετά τη μείωση του φόρου μεταβίβασης από το 8%-10% στο 3% της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, το υπουργείο Οικονομικών έχει ρίξει στο τραπέζι μια ακόμη πρόταση-μπόνους στην κτηματαγορά. Τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης με βάση το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα και όχι την αντικειμενική αξία που ισχύει σήμερα.

Μπορεί οι μεταβιβάσεις ακινήτων να παραμένουν παγωμένες για περισσότερους από δυο μήνες, ωστόσο, στο υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζουν το ξεπάγωμα να γίνει με το παραπάνω μπόνους για τους αγοραστές ακινήτων. Η πρόταση έχει πέσει από την πλευρά του υπουργείου προς τους εκπροσώπους των τεχνικών κλιμακίων της τρόικας για τα φορολογικά με τα οποία γίνεται και η βασική διαπραγμάτευση για τις αλλαγές στα φορολογικά πρόστιμα αλλά και στο φόρο υπεραξίας οι ατέλειες του οποίου έχουν ουσιαστικά παγώσει και τις μεταβιβάσεις στην κτηματαγορά.

Το επιχείρημα πίσω από την πρόταση, εκτός από την τόνωση της κτηματαγοράς είναι και το γεγονός ότι ο συνδυασμός φόρου μεταβίβασης και φόρου υπεραξίας θα επιφέρει αύξηση των φορολογικών εσόδων στο μέλλον.

Υπάρχουν όμως ενστάσεις και αντεπιχειρήματα για την ουσιαστική κατάργηση των αντικειμενικών τιμών. Το βασικό αντεπιχείρημα είναι ότι θα χαθούν κρατικά έσοδα επειδή ο φόρος μεταβίβασης θα υπολογίζεται επί χαμηλότερης τιμής. Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι με την ουσιαστική κατάργηση των αντικειμενικών τιμών θα επέλθει στο μέλλον έξαρση της φοροδιαφυγής στις μεταβιβάσεις αφού κατά κανόνα ο αγοραστής θα έχει πάντα συμφέρον να δηλώσει τίμημα χαμηλότερο από το πραγματικό ή την αντικειμενική αξία.

Σε κάθε περίπτωση οι τελικές αποφάσεις για τις αλλαγές στη φορολογία των μεταβιβάσεων ακινήτων αναμένονται τις επόμενες ημέρες και θα προκύψουν από τη διαπραγμάτευση του ΥΠΟΙΚ με τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας.

Παράδειγμα φόρου μεταβίβασης

Ο αγοραστής που αποκτά ένα ακίνητο έναντι 30.000 ευρώ με αντικειμενική αξίας 100.000 ευρώ καταβάλει σήμερα φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής, δηλαδή ύψους 3.000 ευρώ. Αν ο φόρος υπολογιστεί με βάση το πραγματικό τίμημα τότε ο αγοραστής θα καταβάλλει 900 ευρώ (3% των 30.000 ευρώ), δηλαδή 2.100 ευρώ λιγότερα.