Με μια οκτασέλιδη επιστολή χωρίς ιδιαίτερες αιχμές για το ρόλο της τρόικας απάντησε ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Στουρνάρας στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά «η συνεργασία μπορεί να χαρακτηριστεί σε γενικές γραμμές αποτελεσματική, χωρίς βεβαίως να έχουν λείψει οι επιμέρους διαφωνίες και οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε μια σειρά ζητημάτων που άπτονται του Προγράμματος, όπως είναι λογικό σε μία διαδικασία διαπραγμάτευσης».

Η κριτική εστιάζεται σε τέσσερα σημεία:

α) στο μικρό χρονικό διάστημα που δόθηκε για να επιτευχθούν ιδιαίτερα φιλόδοξοι στόχοι μεταρρυ��μίσεων,

β) στις αστοχίες στις προβλέψεις, όπως αυτή με τον πολλαπλασιαστή αλλά και

γ)στον ιδιαίτερα αισιόδοξο στόχο για το χρέος και

δ) στο μείγμα πολιτικής που έδινε έμφαση στην αύξηση των φόρων.

Παράλληλα αναγνωρίζεται ότι το Μνημόνιο οδήγησε σε σημαντικό κοινωνικό κόστος που αποτυπώνεται κυρίως στην υψηλή ανεργία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η απάντηση στο ερώτημα για το πόσο ικανοποιημένη είναι η ελληνική πλευρά με τους στόχους και τα αποτελέσματα του Προγράμματος.

Σε αυτή ο Γιάννης Στουρνάρας υποστηρίζει:

• Επειτα από 4 χρόνια μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής εξυγίανσης, η προσαρμογή της Ελληνικής οικονομίας είναι εντυπωσιακή, οποιοδήποτε κριτήριο και αν χρησιμοποιηθεί.

• Αναφορικά με το μέτωπο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα εφάρμοσε σειρ�� μέτρων, που τη βοήθησαν να κλείσει το έλλειμμα στην ανταγωνιστικότητα, δημιουργώντας παράλληλα ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις.

• Ο χρηματοπιστωτικός τομέας επηρεάστηκε σοβαρά από την κρίση και οι καταθέσεις των τραπεζών συρρικνώθηκαν σημαντικά. Η εξισορρόπηση του τομέα, όμως, βρίσκεται σήμερα σε καλό δρόμο.

• Η αξιοσημείωτη προσαρμογή συνοδεύτηκε, από σημαντικό κοινωνικοοικονομικό κόστος. Από το 2009, το ΑΕΠ μειώθηκε περίπου κατά 25%. Τόση μείωση δεν υπέστη ποτέ αναπτυγμένη χώρα, με εξαίρεση τις ΗΠΑ κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Το ποσοστό ανεργίας δείχνει σημάδια σταθεροποίησης παρόλο που είχε ανέλθει σε πρωτοφανή επίπεδα για αναπτυγμένη χώρα. Τα προβλήματα είναι έντονα και στη πραγματική οικονομία. Συγκεκριμένα, τα πραγματικά επιτόκια στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλά και δημιουργούνται ως εκ τούτου προβλήματα χρηματοδότησης, ακόμα και σε υγιείς επιχειρήσεις. Τα προβλήματα ρευστότητας υποσκάπτουν την προσπάθεια ανάκαμψης της Ελληνικής οικονομίας μέσα από επενδύσεις και εξαγωγές και την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας από την παραγωγή διεθνώς μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών.

• Η Ελλάδα κλήθηκε να διαχειριστεί την κρίση χρέους σε μια χρονική στιγμή που η Ευρωζώνη δεν διέθετε μηχανισμούς αντιμετώπισης της κρίσης. Η ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών προϋπέθετε μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή εμβάθυνση, την οποία τώρα αναζητεί η Ευρωζώνη.

• Το Ελληνικό Πρόγραμμα τέθηκε σε εφαρμογή όταν η Ελληνική ��ικονομία βρισκόταν ήδη σε ύφεση. Αυτό προκάλεσε πρόσθετες δυσκολίες αφού κατά κοινή ομολογία δύσκολες διαρθρωτικές προσαρμογές πραγματοποιούνται ευκολότερα σε καιρούς οικονομικής άνθισης.

• Το πρώτο Μνημόνιο μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των ΕΕ/ΕΚΤ /ΔΝΤ έθετε ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο μείωσης του ελλείμματος. Η δημοσιονομική προσαρμογή είχε σχεδιαστεί με βάση ένα μακροοικονομικό σενάριο που υπέθετε ότι η χώρα θα πετύχαινε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2012 (1,1%). Στην πραγματικότητα, το ΑΕΠ το 2012 συρρικνώθηκε κατά 6,4%, και εκτιμάται ότι θα μειωθεί περαιτέρω κατά 4% το 2013. Αυτή η αστοχία οφειλόταν εν μέρει και στη χρησιμοποίηση χαμηλού δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή όπως άλλωστε έχει σχετικά αναγνωρίσει και το ίδιο το ΔΝΤ.

• Επιπλέον, προβλεπόταν ιδιαίτερα σφιχτό χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Ενδεικτικά, δόθηκαν στην Κυβέρνηση μόνο λίγοι μήνες (περίπου 7 μήνες, από τον Μάιο 2010 μέχρι τον Δεκέμβριο 2010), προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αναμορφώσει το συνταξιοδοτικό σύστημα, να εγκρίνει νομοθεσία για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αλλαγή του πλαισίου των συλλογικών μισθολογικών διαπραγματεύσεων στον ιδιωτικό τομέα, να βελτιώσει το σύστημα προμηθειών στον τομέα της υγείας και να προωθήσει το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων.

• Οι προσδοκίες για τη δυναμική του χρέους ήταν επίσης αισιόδοξες, την ίδια στιγμή που τα αρχικά επιτόκια των δανείων από τους Ευρωπαίους Εταίρους μας ήταν πολύ υψηλά. Συγκεκριμένα, το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμήθη��ε ότι θα ανέλθει το 2013 στο μέγιστο επίπεδο του 150% του ΑΕΠ. Αναμένεται πλέον να αγγίξει το 175% του ΑΕΠ το ίδιο έτος, παρόλο που επετεύχθη στο μεταξύ σημαντική μείωση του ονομαστικού χρέους μέσω της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην απομείωση του δημόσιου χρέους (PSI) και της επαναγοράς του χρέους.

• Το αρχικό μείγμα πολιτικής έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην αύξηση των φόρων και λιγότερο στη μείωση των δαπανών.

• Επιπλέον, πολύ αρνητικό ρόλο έπαιξαν οι δηλώσεις διαφόρων παραγόντων σχετικά με την πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (Grexit).