Σε τροχιά μετασχηματισμού σε μία οικονομία που θα βασίζεται κυρίως στις επενδύσεις και τις εξαγωγές και όχι την κατανάλωση, είναι η Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας και των επιχειρήσεων.

Το οικονομικό μοντέλο το οποίο κυριαρχεί στη χώρα τα τρία τελευταία χρόνια δίνει έμφαση στην προώθηση των εξαγωγών και των ιδιωτικών -κυρίως- επενδύσεων, ενώ από την άλλη πλευρά, στο πλαίσιο της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης, επί της ουσίας ισοπεδώνει την εγχώρια ζήτηση, καθώς η βαθιά ύφεση και η υψηλή ανεργία καθιστούν τους καταναλωτές πιο σφικτούς στις δαπάνες τους.

Αυτό που μένει να φανεί είναι αν αυτό το μοντέλο είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο ή οδηγεί σε νέα αδιέξοδα την οικονομία, καθώς η εσωτερική κατανάλωση τροφοδοτεί σε μεγάλο β��θμό την οικονομική δραστηριότητα και δεν σίγουρο κατά πόσο μπορεί να αντικατασταθεί από την -όποια- αύξηση των εξαγωγών.

Άλλωστε και στο μέτωπο των εξαγωγών έχουν φανεί τα πρώτα σημάδια κόπωσης, καθώς ο ρυθμός αύξησης τους έχει επιβραδυνθεί, ενώ αν αφαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, τότε εφανίζουν αρνητικό πρόσημο.

Στην έκθεση της η Κομισιόν υποστηριζει ότι με το Μνημόνιο επιδιώχθηκε η διόρθωση των ανισορροπιών στην οικονομία, ενώ παρατηρεί ότι και οι εξαγωγές έχουν ήδη αυξηθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, αλλά, όπως σημειώνει, λόγω της ύφεσης και των λιγοστών δανείων που χορηγούν οι τράπεζες, επενδύσεις είναι ακόμα πολύ χαμηλότερες των προσδοκιών.

'Όπως σημειώνει, το ρυθμιστικό περιβάλλον ήταν τροχοπέδη για τις επιχειρήσεις και την επιχειρηματικότητα, και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη ανταγωνισμού, έχει οδηγήσει σε χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα.

Θετικό γεγονός είναι, σύμφωνα με την Κομισιόν, ότι πολλές προσπάθειες έχουν αρχίσει να έχουν αποτελέσματα, και η θέση της Ελλάδας στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας (με βάση τους δείκτες «Doing Business») έχει βελτιωθεί.