​Τέλος στα σενάρια για κούρεμα του ελληνικού χρέους βάζει η Γερμανίδα Καγκελάριος Α.Μέρκελ, τονίζοντας πως μια ενδεχόμενη μείωση του χρέους της Ελλάδας θα μπορούσε να προκαλέσει ένα «φαινόμενο ντόμινο αβεβαιότητας» στην ευρωζώνη και να πλήξει τις επενδύσεις στην περιοχή.

«Προειδοποιώ ρητά ενάντια σε ένα κούρεμα», δήλωσε η Μέρκελ στο περιοδικό Focus.

«Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ντόμινο αβεβαιότητας, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα ο ενθουσιασμός των ιδιωτών επενδυτών για επενδύσεις στην ευρωζώνη να πέσει και πάλι στο μηδέν», πρόσθεσε

Η Γερμανίδα καγκελάριος επανέλαβε πως η βιωσιμότητα του χρέους και οι διαρθρωτικές αλλαγές στην Ελλάδα θα εξεταστούν εκ νέου το 2014, όπως έχει προγραμματιστεί.

«Η χώρα αυτή έχει ακόμα πολλά να κάνει και πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις», υπογράμμισε η Γερμανίδα καγκελάριος.

"Μονόδρομος του κούρεμα" λέει σύμβουλος του Σόιμπλε


Την ίδια ώρα "αναπόφευκτη" θεωρεί μια νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ο Γερμανός οικονομολόγος και σύμβουλος του Β. Σόιμπλε, Γιόργκ Ρόχολ, τονίζοντας πάντως πως «ακόμη και με ένα σημαντικό κούρεμα, για παράδειγμα, του μισού της χρέους, η Ελλάδα πρέπει να βελτιώσει το πρωτογενές πλεόν��σμά της προκειμένου να είναι σε θέση να επωμιστεί το επίπεδο του χρέους της μετά από μια αναδιάρθρωση».

Στην ερώτηση αν η συνταγή λιτότητας είναι σωστή για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, απαντά ότι «αναμφίβολα η Ελλάδα έχει υποστεί σημαντικά μέτρα λιτότητας», πιστεύει, όμως, ότι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι πιο αναγκαίες από ποτέ και αυτές θα πρέπει «να περιλαμβάνουν τη βελτίωση του φορολογικού συστήματος, έτσι ώστε να μπορούν και οι πιο ισχυροί να συμβάλλουν περισσότερο στην εξυγίανση των κρατικών προϋπολογισμών».

Τέλος, θεωρεί ότι ο στόχος του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων των 50 δισ., «είναι σίγουρα μη ρεαλιστικός τη δεδομένη χρονική στιγμή» υπενθυμίζει ότι «το ΔΝΤ είχε ήδη επισημάνει το 2011 ότι η ελληνική κυβέρνηση κατέχει σημαντική ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους» και καταλήγει: «Αλλά και πάλι, και εδώ πρέπει να γίνουν περισσότερα για τη βελτίωση του νομικού και θεσμικού πλαισίου για τους πιθανούς επενδυτές».