«Προστατεύοντας τους δικούς τους οι Ρώσοι εισηγούνται εναλλακτική λύση στον τραπεζικό φόρο» είναι ο τίτλος σημερινής ανταπόκρισης της εφημερίδας New York Times που αναφέρει πως «δρώντας σιωπηρά, η γιγαντιαία εταιρεία ενέργειας Gazprom προσέφερε ιδιωτικό σχέδιο διάσωσης».

Αντί της φορολόγησης των καταθέσεων, η Κύπρος «θα μπορούσε να εισπράξει χρήματα για να διορθώσει την οικονομία της πουλώντας στην Gazprom δικαιώματα εκμετάλλευσης στα κοιτάσματα φυσικού αερίου στα ανοιχτά της Μεσογείου» προσθέτει η αμερικανική εφημερίδα.

Το δημοσίευμα χαρακτηρίζει «αβέβαιη την τύχη της πρότασης», υπογραμμίζοντας ότι «η ρωσική εταιρεία αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ακόμη και πως υπέβαλε την πρόταση». Περιγράφει ωστόσο το γεγονός ως δεδομένο και ως δείγμα του πώς μία εταιρεία που έχει συχνά αποκληθεί κράτος εντός του κράτους «είναι πρόθυμη να αξιοποιήσει την ευκαιρία και να εκμεταλλευθεί τις αδυναμίες και διαιρέσεις εντός της Ευρώπης για να ισχυροποιήσει τη θέση και την ισχύ της».

Σύμφωνα με την εφημερίδα, η τράπεζα Gazprombank, ιδιοκτησίας του Ταμείου Προνοίας της Gazprom, έστειλε τ��ν πρόταση στο Γραφείο του Προέδρου της Κύπρου το βράδυ της Κυριακής και ερμηνεύει την κίνηση, πέραν του στόχου να ωφελήσει τη μητρική εταιρεία, ως δείγμα «της βαθιάς εξάρτησης της ρωσικής επιχειρηματικής και πολιτικής ελίτ στο κυπριακό υπεράκτιο τραπεζικό σύστημα».

Παράλληλα, η NY Times παραθέτει τις δηλώσεις του προέδρου Πούτιν, που αποκάλεσε τη φορολόγηση των καταθέσεων «άδικη, αντιεπαγγελματική και επικίνδυνη».

Επικαλούμενη δήλωση του Ντιμίτρι Αφανάσιεφ, προέδρου δικηγορικής εταιρείας που συμβουλεύει ρωσικές εταιρείες για επενδύσεις στην Κύπρο, «η Gazprom έχει εισηγηθεί ιδιωτική διάσωση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος». Παράλληλα επικαλείται ρεπορτάζ του τηλεοπτικού σταθμού ΣΙΓΜΑ, σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος Αναστασιάδης δεν είχε συνομιλίες πάνω στην πρόταση.

Πάντως, η αμερικανική εφημερίδα επικαλούμενη πάλι τον κ. Αφανάσιεφ θεωρεί την πρόταση ζοφερή, με την αιτιολογία ότι η κυπριακή κυβέρνηση επιθυμούσε τα ενεργειακά της αποθέματα να αξιοποιηθούν από αμερικανικές εταιρείες, «ως αντίβαρο πιθανόν τουρκικών αναμοχλεύσεων».