Μπορεί η κυβέρνηση να λέει «ΟΧΙ» στις απολύσεις στο Δημόσιο, μπορεί η ηγεσία του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κος Μανιτάκης να κρατούσαν αντιστάσεις μέχρι τώρα, ωστόσο οι πιέσεις των τροικανών αυξάνονται και δεν αποκλείεται ο εφιάλτης των απολύσεων να βγει τελικά αληθινός!

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκπρόσωποι των δανειστών μας δεν ζητούν απλώς τον περιορισμό του Δημοσίου «με όποιον τρόπο», ζητούν απολύσεις ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ! Οι άμεσες απολύσεις των επίορκων και η διαθεσιμότητα, που έβαλε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η ελληνική πλευρά, δεν αρκούν στους δανειστές, οι οποίοι λίγους μήνες μετά επανέρχονται στην ελληνική πλευρά, ζητώντας ξανά κινήσεις.

Σε αυτό το σημείο, υπενθυμίζουμε πως η τρόικα έχει ζητήσει τον περιορισμό των δημοσίων υπαλλήλων κατά 150.000 έως το 2015 και, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η μείωση που αναλογεί στο τρέχον έτος ανέρχεται στις 25.000. Επισημαίνεται ότι η ελληνική πλευρά κατάφερε να μειώσει τους υπαλλήλους πέραν του στόχου, μειώνοντας τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων κατά 30.000 -όταν ο στόχος για το 2012 ήταν στις 14.000- και αυτό μόνο με οικειοθελείς αποχωρήσεις.

Βάσει αυτών, το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης βρίσκεται εντός στόχων, ενώ σημαντικά βήματα έχουν γίνει και στον τομέα της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για τη δημιουργία ενός ανανεωμένου και λειτουργικού δημόσιου τομέα.

Επίσης, σε καλό δρόμο "προχωρά" και το ζήτημα της διαθεσιμότητας - κινητικότητας. Ήδη οι πρώτοι 1.895 υπάλληλοι που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, απορροφήθηκαν από τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν σε άλλες υπηρεσίες και άλλα υπουργεία.

Εν τω μεταξύ, την ερ��όμενη Παρασκευή συνεδριάζει υπό την προεδρία του πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για την έγκριση των νέων οργανογραμμάτων σε πέντε ακόμη υπουργεία, ενώ ήδη έχουν εγκριθεί τα οργανογράμματα σε έξι υπουργεία (Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Αγροτικής Ανάπτυξης, ΥΠΕΚΑ, Εργασίας, Δικαιοσύνης και Μακεδονίας-Θράκης), μειώνοντας τον αριθμό των υπηρεσιών κατά σε ένα μέσο όρο της τάξης του 66%.