Αλλαγή στρατηγικής για την Ελλάδα και προσθετή βοήθεια από τους ευρωπαίους εταίρους προκρίνει το αυστριακό οικονομικό Ινστιτούτο WiFo, το οποίο δεν συμμερίζεται τις αισιόδοξες διαπιστώσεις που θέλουν την Ελλάδα να έχει αφήσει πίσω της τα χειρότερα.

Σε έκθεση του ινστιτούτου για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας διαπιστώνεται ότι δεν πρόκειται να υπάρξει καμία αλλαγή στην Ελλάδα χωρίς μεταβολή της στρατηγικής και χωρίς βοήθεια από τους ευρωπαίους εταίρους. «Χωρίς αλλαγή της πολιτικής δημοσιονομικής εξυγίανσης και ισχυρή επενδυτική βοήθεια από τους ευρωπαίους εταίρους δεν μπορεί να θεμελιωθεί η άποψη ότι τα χειρότερα για την Αθήνα έχουν περάσει», διευκρινίζει ο επικεφαλής του αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Καρλ Άιγκινγκερ.

Σύμφωνα με την Deutsche Welle, η έκθεση εστιάζει ακόμη στη σημασία που έχουν οι πόροι από τα διαρθρωτικά ταμεία για τη μείωση των εισοδηματικών διαφορών μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. Η έκθεση συμπεραίνει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα ήταν το 2012 κατά 28% χαμηλότερο από τον μέσο όρο στην Ε.Ε. των 15, δηλαδή το χάσμα ήταν μικρότερο σε σχέση με το 1960 (60% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15, το 2008: 84%), ωστόσο η εισοδηματική υστέρηση της Ελλάδας έναντι των άλλων χωρών έχει εμφανώς αυξηθεί.

«Το 2013 υπολογίζεται ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα είναι κατά 23% χαμηλότερο από το 2008 –όταν είχε φτάσει στην υψηλότερη τιμή του. Επομένως όχι μόνο έχει επέλθει στασιμότητα στη διαδικασία σύγκλισης της Ελλάδας, αλλά η ίδια η σύγκλιση έχει αναστραφεί», αναφέρεται στην έκθεση του WiFo.

Όσον αφορά το εργασιακό κόστος η έκθεση αναφέρει πως το διάστημα 2000-2008 ήταν κατά 7% υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 15, κυρίως επειδή σημειώθηκε στασιμότητα στην παραγωγικότητα. Σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εξέλιξη ήταν και η μείωση των άμεσων επενδύσεων. Ωστόσο, διευκρινίζεται στην ανακοίνωση, «από το 2008 το εργασιακό κόστος έχει μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε το 2012 ήταν κατά 4% χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2000».

Το ποσοστό της βιομηχανίας ως προς το ΑΕΠ μειώθηκε στο 9% το 2008 έναντι 16% τη δεκαετία του ’70, υπενθυμίζεται στην έκθεση. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν σύμφωνα με τους συντελεστές της έρευνας ότι «στον πυρήνα μιας αναπτυξιακής στρατηγικής πρέπει να τεθεί η ίδρυση νέων επιχειρήσεων, η προσέλκυση άμεσων επενδύσεων (για παράδειγμα με τη δημιουργία βιομηχανικών ζωνών πλησίον των λιμένων), η δημιουργία βιομηχανικών περιοχών (π.χ. στον τομέα της φαρμακοβιομηχανίας) ή η κατά προτεραιότητα αξιοποίηση της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας».

Οι αναλυτές του ιδρύματος καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των ανταγωνιστικών τομέων της βιομηχανίας και της παροχής υπηρεσιών, να επεκτείνει την τουριστική σεζόν και να συνδέσουν το τουριστικό προϊόν με υπηρεσίες υγείας. Προτείνονται δε αλλαγές στις δομές της δημόσιας διοίκησης και η αναμόρφωση του συστήματος είσπραξης φόρων.