Το προφίλ του διεφθαρμένου δημοσίου υπαλλήλου, και μάλιστα με γλαφυρό τρόπο, περιέγραψε ο επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης Λέανδρος Ρακιντζής.

Όπως τονίζει, έχει πανεπιστημιακή μόρφωση, είναι στα υψηλά κλιμάκια και ξέρει πως... παίζεται το παιχνίδι: «Χωρίς να είναι κανόνας, από τα στοιχεία προκύπτει: έχει 20 με 25 χρόνια υπηρεσίας, πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είναι υψηλά στην ιεραρχία. Γνωρίζει τους κανόνες, δεν φοβάται τίποτα επειδή είναι στα όρια της συνταξιοδότησης. Ώσπου να τον πιάσουν και να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες θα έχει πάρει τη σύνταξή του. Εξάλλου, ένα ποινικό δικαστήριο κάνει επτά με οκτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί».

Ο ίδιος, εφιστά την προσοχή στην πρώτη τοποθέτηση ενός νεοπροσληφθέντα ώστε να μην πέσει σε γραφείο με… λαμόγια, ενώ θέτει και θέμα εντοπιότητας: «Πολλά εξαρτώνται από την πρώτη τοποθέτηση του δημοσίου υπαλλήλου. Εάν πέσει σε γραφείο αδιάφορο ή με λαμόγια, θα χαλάσει κι αυτός. Ιδίως στην επαρχία υπάρχει μια ομερτά. Αλληλοϋποστηρίζονται. Γι’ αυτό υπογραμμίζω ξανά και ξανά ότι πρέπει να επανέλθει το κώλυμα της εντοπιότητας. Ο εφοριακός, ο πολεοδόμος, ο αστυνομικός δεν πρέπει να υπηρετούν στον τόπο καταγωγής τους».

Ο κ. Ρακιντζής αναφέρεται και στη διαθεσιμότητα, τονίζοντας ότι θα πρέπει να στοχεύσει σε όσους έχουν βαριά πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα: «Είναι μια εφεύρεση, ένας ορολογισμός των ημερών μας. Στο Δημόσιο Δίκαιο υπάρχουν πειθαρχικές διαδικασίες και ο υπάλληλος τιμωρείται ή όχι. Απλώς, τώρα, κάποιοι πρέπει να τεθούν σε διαθεσιμότητα. Ένα μέτρο που θα είχε καλή απήχηση είναι να τεθούν σε διαθεσιμότητα αυτοί που έχουν βαριά πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα».

Τέλος, ο επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει πως το πρόβλημα με το «φακελάκι» και το «γρηγορόσημο» παρατηρείται κυρίως «στις εφορίες, την τοπική αυτοδιοίκηση και το ΕΣΥ».