Μεγάλα έσοδα για το κράτος κρύβουν οι αναφορές ύποπτων συναλλαγών από τράπεζες, επενδυτικές εταιρείες, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες συσσωρεύονται κατά χιλιάδες στις βάσεις δεδομένων της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Ενέργειες.

Τα τελευταία πέντ�� χρόνια πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο σχεδόν 3.000 αναφορές ανά έτος, ενώ μόνο τη διετία 2008-2009 δεν «ανοίχθηκαν», όπως προκύπτει από έκθεση διεθνούς εποπτικού φορέα, περισσότερες από 1.380 τέτοιες υποθέσεις.

Μάλιστα, ακόμη και το ΔΝΤ, στην τελευταία έκθεσή του, κάνει λόγο για κάποια «νέα εργαλεία» τα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την αύξηση των εσόδων της χώρας. «Κατά τις προσπάθειες καλύτερης χρήσης του ελληνικού μηχανισμού καταπολέμησης ξεπλύματος χρημάτων έχει παραχθεί μεγάλος αριθμός αναφορών ύποπτων συναλλαγών προς την Αρχή, αλλά αυτές οι εύκολα αξιοποιήσιμες πληροφορίες δεν έχουν αποτελέσει προτεραιότητα της φορολογικής διοίκησης», αναφέρεται στην έκθεση του Ταμείου που συντάχθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012.

Υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας των κρατικών Αρχών για την καταπολέμηση του βρώμικου χρήματος, οι αναφορές εξετάζονται από ειδικές επιτροπές και αν κριθεί ότι υπάρχουν ποινικές ευθύνες παραπέμπονται στις αρμόδιες για τη δίωξη Αρχές, ειδάλλως μπαίνουν στο αρχείο. Αν πάλι διαπιστωθεί ότι πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω από άλλες Αρχές, π.χ. φορολογικές, η υπόθεση προωθείται εκεί.

Σύμφωνα με τα ��τοιχεία από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF), τον διεθνή οργανισμό που εποπτεύει τις κρατικές Αρχές καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, και από τις εκθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το ξέπλυμα χρήματος, στην Ελλάδα έχουν πραγματοποιηθεί 19.371 αναφορές ύπο��των συναλλαγών από τον Απρίλιο του 1997 έως το τέλος του 2011. Όπως προκύπτει από αναφορές των εν λόγω φορέων η αξιοποίησή τους βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα για περισσότερο από μία δεκαετία.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κατά την περίοδο 2001-2006, οπότε έφταναν στα γραφεία της ελληνικής Αρχής από 750 έως 1.200 αναφορές ετησίως, μόλις το 1,5% με 3,5% των υποθέσεων παραπεμπόταν στις εισαγγελικές Αρχές. Ειδικότερα, την περίοδο 2001-2006 μπήκε στο συρτάρι η συντριπτική πλειονότητα των στοιχείων που έστελναν οι τράπεζες, οι επενδυτικές εταιρείες και οι υπόλοιπες υπόχρεες επιχειρήσεις: από το σύνολο των 5.476 αναφορών αρχειοθετήθηκαν προσωρινά ή μόνιμα οι 4.875.

«Οι υποθέσεις που έχουν τεθεί στο αρχείο είναι πλήρως αξιοποιήσιμες. Αρκετές φορές όσο βρισκόμουν στην υπηρεσία είχαμε ανασύρει αναφορές ύποπτων συναλλαγών και έπειτα από περαιτέρω έρευνα προέκυπταν αποτελέσματα. Κατά τη γνώμη μου μπορούν να υπάρξουν σημαντικά ευρήματα από την ανάσυρση τέτοιων υποθέσεων και την επεξεργασία των στοιχείων που έχουν αρχειοθετηθεί», επισημαίνει πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Αρχής, που έχει χειριστεί πλήθος υποθέσεων.