Μια σειρά από ενστάσεις διατυπώνει η Επιστημονική επιτροπή της Βουλής για το φορολογικό νομοσχέδιο.

Ουσιαστικά οι ενστάσεις αφορούν τρία θέματα: Το γεγονός ότι επιβάλλεται διαφορετικός τρόπος φορολόγησης ανάλογα με την πηγή του εισοδήματος, το ότι επιβάλλεται κατάργηση του αφορολόγητου (όπως σημαίνεται η ΕΣΥΕ έχει καθορίσει το όριο της φτώχειας στα 5.951 ευρώ ετησίως κατ’ άτομο) ενώ θέτει θέμα αντισυνταγματικότητας και για την καθιέρωση ορίου 45.000 ευρώ προκειμένου να εισπράξει μια οικογένεια τα επιδόματα για τα παιδιά.

Αναλυτικότερα όπως σημειώνει με το νομοσχέδιο θεσπίζεται διαφορετική κλίμακα συντελεστών φορολογίας ανά κατηγορία εισοδήματος και «τίθεται εν προκειμένω προβληματισμός ως προς το εάν η εφαρμογή διαφορετικής κλίμακας φορολογικών συντελεστών ανά κατηγορία εισοδήματος συνάδει προς τις αρχές της καθολικότητας του φόρου και της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα».

Παράλληλα, όπως σημειώνει «οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν περιλαμβάνουν αφορολόγητο κλιμάκιο εισοδήματος για καμία κατηγορία εισοδήματος, ενώ ειδικώς για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες μέχρι 42.000 ευρώ, αντί της θέσπισης αφορολόγητου ποσού εισοδήματος, προβλέπεται μείωσή του βάσει της προτεινόμενης κλίμακας αναλογούντος φόρου, αντιστρόφως ανάλογη του ύψους του εισοδήματος αυτού.

Όπως έχει επισημανθεί και στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής επί του άρθρου 38 του ν/σ «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ν. 4024/2011), η κατάργηση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος ή η θέσπιση αφορολόγητου ποσού εισοδήματος το οποίο είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης του φορολογουμένου ενδεχομένως δεν είναι συμβατή με την αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας».