Την άμεση μείωση του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης ζητούν οι επαγγελματικές ενώσεις του κλάδου, σε κοινή τους ανακοίνωση όπου υπογραμμίζουν και την επιβάρυνση από τις ξυλόσομπες και τα τζάκια.

Στην ανακοίνωση, που υπογράφουν, η Ομοσπονδία Βενζινοπωλών Ελλάδος (Ο.Β.Ε.), η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων (ΠΟΠΕΚ), η Ένωση Εμπόρων Υγρών Καυσίμων Ν. Αττικής, το Επαγγελματικό Σωματείο Εμπόρων Καυσίμων & Εκμεταλλευτών Σταθμών Αυτ/των Ν.Θεσσαλονίκης «Ο Μέγας Αλέξανδρος» και το Σωματείο Εμπόρων Υγρών Καυσίμων Θεσσαλονίκης «Άγιος Δημήτριος», αναφέρονται τα εξής:
«Στο οικονομικό έγκλημα σε βάρος της κοινωνίας και των εσόδων του Δημοσίου, που συντελείται εφέτος με την αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, προστίθεται και το έγκλημα σε βάρος της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
Το νέφος από τα τζάκια και τις ξυλόσομπες που καλύπτει κάθε βράδυ τον ουρανό της Αττικής συνιστά άμεση απειλή για την υγεία των πολιτών.

Μία από τις δεκάδες πηγές που αναφέρονται στο πρόβλημα που δημιουργεί η καύση του ξύλου στην υγεία των πολιτών στην ατμόσφαιρα, εντός και εκτός σπιτιών είναι το Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων του Εθνικού ΚέντΣύμφωνα με το Ινστιτούτο «η καύση στερεών καυσίμων σε ανοιχτές εστίες ή απλές σόμπες, πέρα από την εξαιρετικά χαμηλή ενεργειακή απόδοση (5-18%), παράγει εξαιρετικά υψηλά επίπεδα εκπομπών επικίνδυνων για την υγεία». Στους ρύπους που εκπέμπονται από μια απλή ξυλόσομπα περιλαμβάνονται το διοξείδιο του άνθρακα, σωματίδια, βενζένιο, 1,3-βουταδιένιο και φορμαλδεϋδη σε επίπεδα πολύ πάνω από τα ανώτατα επιτρεπόμενα.

Το ίδιο το ΥΠΕΚΑ ανακοίνωσε εξάλλου ότι στην Αθήνα καταγράφηκαν ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα αιωρούμενων σωματιδίων, ενώ επισημαίνει ότι η καύση συνθετικών προϊόντων ξυλείας (όπως μελαμίνες, νοβοπάν, κόντρα πλακέ), ξύλων βαμμένων ή εμποτισμένων με χημικές ουσίες, καθώς και πλαστικών ή ελαστικών υλικών, επιβαρύνει τόσο την υγεία του χρήστη των εστιών καύσης από ρύπανση του εσωτερικού περιβάλλοντος, όσο και το εξωτερικό περιβάλλον.

Έφτασε η ώρα που η κυβέρνηση πρέπει να αναγνωρίσει το προφανές: ότι δηλαδή η αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης έχει καταδικάσει χιλιάδες νοικοκυριά να κρυώνουν και έχει αναγκάσει χιλιάδες επίσης πολίτες να επιστρέψουν στα «παραδοσιακά» μέσα θέρμανσης, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία τους και το περιβάλλον. Τα δάση ξυλεύονται ανεξέλεγκτα, η ��τμόσφαιρα επιβαρύνεται και τα έσοδα του Δημοσίου κατακρημνίζονται αφού οι πωλήσεις πετρελαίου θέρμανσης έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί.

Μπροστά στην τραγική κατάσταση που δημιουργείται είναι αναγκαία η ανακούφιση των καταναλωτών και του περιβάλλοντος με άμεση επιστροφή στο προηγούμενο κατώτατο ύψος του ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης (21 ευρώ/1.000 λ.) και ταυτόχρονο άνοιγμα διαλόγου για την οριστική λύση του προβλήματος».