Σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας κατά μία βαθμίδα αναμένεται να προχωρήσει την ερχόμενη Παρασκευή ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings. 

Η πιστοληπτική ικανότητα μίας χώρας είναι η δυνατότητά της να δανειστεί από τις «αγορές», σε αντίθεση με τους «θεσμούς», από όπου και δανείζεται η Ελλάδα τώρα με όρους (εξ’ ου και ζητούν οι θεσμοί μέτρα λιτότητας ή άλλες ρυθμίσεις από την εκάστοτε κυβέρνηση).

Ο οίκος αξιολόγησης Fitch είχε αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας από «CCC» σε «B-» στις 18 Αυγούστου του 2017 με θετική προοπτική.

Προς το τέλος Μαρτίου αναμένεται η αξιολόγηση της χώρας από τον άλλο μεγάλο οίκο, τη Moody’s, που έχει αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα Caa2, ενώ η Standard & Poor’s μας βαθμολόγησε τον Ιανουάριο με Β, υψηλότερα δηλαδή. 

Αυτές οι βαθμολογίες συνεχίζουν να μην είναι καλές, ειδικά αν συγκριθούν με «ασφαλή» ομόλογα, όπως τα αμερικάνικα, που αξιολογούνται με τον μεγαλύτερο βαθμό, ΑΑΑ.

Οι τρεις αυτοί μεγαλύτεροι οίκοι αξιολόγησης χρησιμοποιούν ελαφρώς διαφορετικούς συμβολισμούς (κυρίως η Moody’s) στα συστήματα αξιολόγησής τους.

Παρόλ’ αυτά οι βαθμολογίες και των τριών αντανακλούν το ρίσκο που φέρουν τα ελληνικά ομόλογα για πιθανούς επενδυτές. Οποιοσδήποτε βαθμός, στην ουσία, βρίσκεται κάτω από τα τρία τουλάχιστον Β είναι μη επενδυτικού επιπέδου.

Χαμηλότερες βαθμολογίες, επίσης, κάνουν τον δανεισμό της χώρας ακριβότερο, αφού θα πρέπει να πληρώνει υψηλότερα επιτόκια στους επενδυτές για να πάρουν το ρίσκο και να αγοράσουν κρατικά ομόλογα.

Η Ελλάδα είχε για τουλάχιστον μία δεκαετία υψηλή βαθμολογία από τους οίκους αξιολόγησης - Α- που είναι επενδυτικού επιπέδου, αν και πιο κάτω από τη βαθμολογία της Αμερικής – την οποία και έχασε στις 8 Δεκεμβρίου του 2009, όταν αποκαλύφθηκε το μέγεθος του ελληνικού χρέους και ξεκίνησε «η κρίση».

Tags: