Βρυξέλλες, ΔΝΤ και κράτη μέλη έχουν την απόλυτη πολιτική βούληση να δώσουν ένα αίσιο τέλος στο ελληνικό ζήτημα, να ολοκληρώσουν την αξιολόγηση και η χώρα να μπορέσει να αποπληρώσει εύκολα και έγκαιρα τις λήξεις ύψους 7,5 δις ευρώ στα μέσα Ιουλίου προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ. 

Οι Βρυξέλλες και τα κράτη μέλη εκτιμούν ότι έγκαιρα - και αυτή είναι η λέξη κλειδί - θα υπάρξει απόφαση του Εurogroup η οποία θα δίνει τη δυνατότητα στο ΔΝΤ να πάει στο διοικητικό του συμβούλιο και να λάβει απόφαση για συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα. Μάλιστα οι τεχνικές συζητήσεις συνεχίζονται όλες τις τελευταίες ώρες με στόχο το περίφημο πλάνο των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, που θα εκτελεστούν το 2018, να αποκτήσει τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. 

Το «πρόβλημα σαφήνειας» δεν έγκειται στο ότι το ΔΝΤ «δεν πιστεύει στα μέτρα της 25ης Μαΐου», αλλά στο ότι το πακέτο πρέπει να κουμπώνει και να συνοδεύεται με έναν αξιόπιστο πλάνο δημοσιονομικών και μακροοικονομικών δεδομένων. Η βασική παραδοχή ξεκινά από ένα αξιόπιστα χαμηλό ποσοστό διατηρήσιμης ανάπτυξης για μια ή δύο δεκαετίες και από κλείδωμα των πρωτογενών πλεονασμάτων πάνω ή κοντά στις δύο μονάδες του ΑΕΠ εις το διηνεκές. Επιπλέον ένα πλεόνασμα της τάξης του 3,5% θα απαιτηθεί ως και το έτος 2022.

Πέραν αυτών φυσικά πρέπει και η Ελλάδα να ολοκληρώσει τα τυπικά της αξιολόγησης, δηλαδή όχι μόνο να νομοθετήσει ό,τι είναι προς νομοθέτηση, αλλά και να εκδώσει όλες τις απαραίτητες διοικητικές πράξεις. Μόλις το κάνει η τρόικα θα συντάξει την τελική έκθεση συμμόρφωσης και θα ξεκλειδώσουν μέσα στον Ιούνιο οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες έγκρισης της εκταμίευσης, μετά και την απόφαση του ΔΣ του ΔΝΤ για ένα νέο ελληνικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα του ΔΝΤ θα είναι μικρό και όπως όλα δείχνουν και το τελευταίο για την Ελλάδα. 

Την ίδια ώρα το μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ Μπενουά Κερέ, ο οποία εκπροσωπεί άλλωστε και την ΕΚΤ στο Εurogroup ξεκαθάρισε ότι «θα χρειαστούν μήνες ακόμα για την ένταξη της Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης».

Πηγές του ευρωσυστήματος είχαν εξηγήσει πριν από δύο μήνες, ότι για την ποσοτική χαλάρωση η διαδικασία είναι πολύ συγκεκριμένη. Σε αντίθεση με την ανάγκη για «βιώσιμο χρέος» που είχε διακινηθεί ως προϋπόθεση, η ακριβής θέση της ΕΚΤ, ήταν «η εκπόνηση έκθεσης κινδύνων επί των ελληνικών τίτλων», κάτι αρκετά διαφορετικό, καθώς, όπως λένε οι ίδιες πηγές, αφορά τα ελληνικά χρεόγραφα που θα είναι εκείνη τη στιγμή στην αγορά. 

Στην πράξη η ποσοτική χαλάρωση για την Ελλάδα σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ότι κάποια στιγμή από τον Σεπτέμβριο ως τον Δεκέμβριο η ΕΚΤ θα μπορούσε να αγοράσει ελληνικά ομόλογα που θα βρίσκονται στην αγορά, ύψους περίπου 3,6 δισ. ευρώ. 

Για να συμβεί όμως αυτό, δεν φτάνει μια θεωρητική συμφωνία - η οποία είναι βεβαίως καλοδεχούμενη - αλλά και αυτή καθαυτή η πράξη της αποπληρωμής των ελληνικών λήξεων στα μέσα Ιουλίου. Μάλιστα πηγή του ευρωσυστήματος είχε από πολύ νωρίς ειδοποιήσει ότι το νωρίτερο δυνατόν που η ΕΚΤ θα μπορούσε να εξετάσει το ελληνικό αίτημα θα ήταν στην τελευταία συνεδρίαση, την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου. Τον Αύγουστο δεν γίνονται αγορές ομολόγων, άρα στην πράξη, μιλάμε για τον Σεπτέμβριο και πάλι όμως για ένα πόσο που δεν θα ξεπερνά τα 3,6 δισ. ευρώ. 

Βρυξέλλες, του Θάνου Αθανασίου 

Tags: