​Πάγο στις προσδοκίες της ελληνικής πλευράς για μια ενδεχόμενη μείωση του ελληνικού χρέους έβαλε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, Κλάους Ρέγκλινγκ με συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Der Standard.

Ο κ. Ρέγκλινγκ απέκλεισε μια απομείωση του ελληνικού χρέους, σημειώνοντας ότι ούτε η ελληνική κυβέρνηση ζητά κάτι τέτοιο. Ωστόσο τόνισε ότι αν κριθεί αναγκαίο θα υπάρξει περαιτέρω βελτίωση των όρων με πιθανή επέκταση της διάρκειας αποπληρωμής του.

«Ακριβώς επειδή ελήφθησαν σκληρά μέτρα προσαρμογής η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει σήμερα πρόβλημα εξυπηρέτησης του χρέους. Κάποτε όμως, θα αυξηθούν οι δόσεις αποπληρωμής. Όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα το 2018 θα εξεταστεί η βιωσιμότητα του χρέους. Κι αν υπάρξει ανάγκη, θα δράσουμε», τόνισε ο επικεφαλής του ESM.

Εκτίμησε επίσης ότι ούτε το ΔΝΤ επιδιώκει απομείωση του χρέους, επισημαίνοντας ότι το Ταμείο θέλει να ληφθούν γρήγορα αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους και όχι μετά την εκπνοή του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Μάλιστα ο κ. Ρέγκλινγκ περιέγραψε μια αρκετά ζοφερή εικόνα για την κατάσταση της χώρας, εκφράζοντας την απαισιοδοξία του ότι αρχίζουμε σιγά σιγά να βγαίνουμε από την κρίση.

«Δυστυχώς δεν είναι τόσο εύκολο. Θα έλεγα ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται και πάλι σε τέλμα. Βρισκόμαστε σε παρόμοιο σημείο όπως το 2014 όταν καταγράφονταν ανάπτυξη και η ανεργία είχε μειωθεί 2%. Η Ελλάδα ήταν μάλιστα σε θέση να ξαναβγεί στις αγορές. Ήταν ξεκάθαρες ενδείξεις ανάκαμψης. Και τότε είχαμε το πρώτο εξάμηνο του 2015 μια υποτροπή με τη νέα κυβέρνηση. Με έναν υπουργό Οικονομικών, ο οποίος προσπάθησε να ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική στρατηγική, η οποία είχε μεγάλο κόστος για την Ελλάδα. Πολλές μεταρρυθμίσεις πήγαν πίσω, η Ελλάδα επέστρεψε στην ύφεση και φτάσαμε στο τρίτο πρόγραμμα. Τώρα είμαστε και πάλι σε τέλμα. Αν το 2015 η χώρα είχε συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις θα είχαμε εξοικονομήσει πολύ χρόνο και χρήμα», είπε.

Αναφερόμενος τέλος στην ταχύτητα εφαρμογής του ελληνικού προγράμματος σημείωσε:

«Το πρόγραμμα εφαρμόζεται αργά και συχνά με καθυστερήσεις. Αν συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις η Ελλάδα έχει πολλές πιθανότητας να βγει από την κρίση. Καταγράφεται ήδη ένα πλεόνασμα στον προϋπολογισμό, η ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε λόγω της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή μέσω της μείωσης μισθών και συντάξεων. Επιπλέον μεταρρυθμίσεις είναι ωστόσο απαραίτητες, όπως για παράδειγμα στην αγορά εργασίας και τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι όμως ευχάριστο ότι ανάπτυξη και προϋπολογισμός εξελίσσονται καλύτερα από ότι υπολογίζονταν στο πρόγραμμα. Υπάρχουν όμως πολλά που πρέπει να βελτιωθούν».