«Tι έγινε αλήθεια στην Γερμανία το ’53 για το χρέος», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας, κατά τη κοινή συνέντευξη του με τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Συγκεκριμένα ο Πρωθυπουργός κάλεσε σε εφαρμογή της λύσης που επέλεξαν οι ΗΠΑ μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο,με την βοή��εια και της Ελλάδας σε αυτό, να ελαφρυνθεί κατά πολύ η μείωση του χρέους της ηττημένης Γερμανίας.

Η ριζική μείωση του χρέους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ) και η ταχεία ανοικοδόμηση της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έγιναν δυνατόν, χάρη στην πολιτική βούληση των πιστωτών της, ήτοι των Ηνωμένων Πολιτειών και των βασικών δυτικών συμμάχων τους (Βρετανία, Γαλλία).

Τον Οκτώβριο του 1950, οι τρεις σύμμαχοι διατύπωσαν ένα σχέδιο στο οποίο η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναγνωρίζει την ύπαρξη των χρεών στις περιόδους πριν και μετά τον πόλεμο. Οι σύμμαχοι σε κοινή δήλωση που επισύναψαν, ανέφεραν ότι «οι τρεις χώρες συμφώνησαν σε έναν κατάλληλο διακανονισμό των απαιτήσεων προς τη Γερμανία, ούτως ώστε να μην αποσταθεροποιηθεί η χρηματοοικονομική κατάσταση της οικονομίας της μέσω ανεπιθύμητων συνεπειών ούτε να επηρεαστούν υπερβολικά τα πιθανά αποθέματα συναλλάγματος. Οι τρεις χώρες ήταν πεπεισμένες ότι η γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση συμμερίζεται τη θέση τους και η αποκατάσταση της γερμανικής πίστωσης υπόκειται σε κατάλληλη διευθέτηση του γερμανικού χρέους που εξασφάλιζε σε όλους τους συμμετέχοντες μια δίκαιη διαπραγμάτευση, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά προβλήματα της Γερμανίας».

Το διεκδικούμενο χρέος της Γερμανίας πριν από τον πόλεμο ανερχόταν σε 22,6 δισεκατομμύρια μάρκα με εκτοκισμό.

Το χρέος μετά τον πόλεμο εκτιμήθηκε σε 16,2 δισ. μάρκα. Στη διάρκεια της συμφωνίας του Λονδίνου σ��ις 27 Φεβρουαρίου 1953 τα ποσά μειώθηκαν σε 7,500 δισ. μάρκα για την πρώτη περίοδο (προπολεμική) και σε 7 δισ. μάρκα για τη δεύτερη (μεταπολεμική). Σε ποσοστό, αυτό αντιπροσωπεύει μείωση κατά 62,6%.

Επιπλέον, η συμφωνία προέβλεπε τη δυνατότητα αναστολής των πληρωμών για να επαναδιαπραγματευθούν οι όροι, αν συνέβαινε μια ουσιαστική αλλαγή που περιόριζε τη διαθεσιμότητα των πόρων.

Η διευθέτηση του εν λόγω χρέους έγινε το 1953 στο Λονδίνο, κατά την σύσκεψη η οποία κατέληξε στην συμφωνία της 27ης Φεβρουαρίου. Πλην των τεσσάρων προαναφερθεισών χωρών, στην σύσκεψη συμμετείχαν και το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Κεϋλάνη, η Δανία, η Ελλάδα, το Ιράν, η Ιρλανδία, η Ιταλία, το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο, η Νορβηγία, το Πακιστάν, η Ισπανία, η Σουηδία, η Ελβετία, Νότια Αφρική και η Γιουγκοσλαβία.

Όσο κι αν αυτή η μεγάλη έκπτωση είναι κάτι παραπάνω από σημαντική, οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας θεωρούνται ακόμη σπουδαιότεροι για την κατεστραμμένη γερμανική οικονομία. Μια απλή αναφορά τους καθιστά σαφές ότι η όλη συμφωνία έγινε υπό το πρίσμα πως η Γερμανία θα έπρεπε να αποπληρώνει τα χρέη της δίχως να κάνει παραχωρήσεις στο επίπεδο ανάπτυξης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού της. Δηλαδή, η συνθήκη εξασφάλιζε ότι η Γερμανία θα ξεπλήρωνε τα χρέη της δίχως να φτωχαίνει.

Οι σημαντικότεροι όροι της συμφωνίας είναι οι εξής:
(α) Οι πληρωμές των χρεών θα γίνονταν είτε σε σκληρό νόμισμα είτε σε γερμανικό μάρκο, κατ' επιλογή του οφειλέτη. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι τού χρέους θα μπορούσε να πληρωθεί με φρεσκοτυπωμένο από την γερμανική κεντρική τράπεζα χρήμα. Στην πράξη, η Γερμανία πλήρωσε σχεδόν το σύνολο της οφειλής της με μάρκα.

(β) Οι πιστώτριες χώρες συμφώνησαν να μειώσουν τις εξαγωγές τους προς την Γερμανία, ενισχύοντας παράλληλα τις γερμανικές βιομηχανίες ώστε να παράγουν τα αντίστοιχα προϊόντα. Με τον τρόπο αυτό, οι πιστωτές αποδέχτηκαν την κατά 66% μείωση των εξαγωγών τους προς την Γερμανία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην μετατροπή τού εμπορικού ισοζυγίου της χώρας από αρνητικό σε θετικό.

(γ) Για να βοηθήσουν περισσότερο την ανάπτυξή της, οι πιστώτριες χώρες έδωσαν στην Γερμανία την δυνατότητα να παράγει προϊόντα όχι μόνο για την ικανοποίηση των εγχώριων αναγκών της α��λά και για εξαγωγή. Ουσιαστικά, δηλαδή, της παραχώρησαν ένα κομμάτι από την δική τους διεθνή πίττα.

(δ) Επί πλέον, οι πιστώτριες χώρες δεσμεύτηκαν ότι δεν θα είναι ιδιαίτερα αυστηρές σχετικά με την συνέπεια των Γερμανών στις πληρωμές τους: "Η ικανότητα της Γερμανίας να πληρώσει τις δημόσιες και ιδιωτικές οφειλές της, δεν σημαίνει μόνο την ικανότητα να πραγματοποιεί τακτικές πληρωμές σε γερμανικά μάρκα χωρίς πληθωριστικές συνέπειες, αλλά επίσης ότι η οικονομία της χώρας μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, με βάση το τρέχον ισοζύγιο πληρωμών της. Ο υπολογισμός τής ικανότητας αποπληρωμής τής Γερμανίας απαιτεί να αντιμετωπιστούν μερικά προβλήματα όπως (α) η μελλοντική παραγωγική ικανότητα της Γερμανίας, ιδίως όσον αφορά την παραγωγική ικανότητα των εξαγωγών της, καθώς και η ικανότητα υποκατάστασης των εισαγωγών, (β) η δυνατότητα της πώλησης των γερμανικών προϊόντων στο εξωτερικό, (γ) οι μελλοντικές πιθανές εμπορικές συνθήκες και (δ) τα οικονομικά μέτρα που θα απαιτηθούν για την διασφάλιση πλεονάσματος από τις εξαγωγές". Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι πιστωτές αποδέχτηκαν ότι ο οφειλέτης τους θα μπορεί να πληρώνει όποτε ευκολύνεται και αν τον βολεύει!

(ε) Εξαιρετικά ενδιαφέρων είναι και ο όρος ο οποίος ορίζει ποια δικαστήρια θα είναι αρμόδια για να επιλύσουν τυχόν διαφωνίες που ενδεχομένως ανακύψουν στο μέλλον: "Σε περίπτωση διαφορών με τους πιστωτές, σε γενικές γραμμές, αρμόδια θα είναι τα γερμανικά δικαστήρια. Ρητά αναφέρεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα γερμανικά δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση απόφασης ενός αλλοδαπού δικαστηρίου ή αρχής διαιτησίας, ιδίως όταν η εκτέλεση της απόφασης αντιτίθεται προς τη δημόσια τάξη"

(στ) Ρυθμίζονται τα επιτόκια για τις γερμανικές οφειλές που είχαν δημιουργηθεί πριν τον πόλεμο, σε επίπεδα από 0% μέχρι το πολύ 5,5%.

Τέλος, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις δωρεές σε δολάρια των ΗΠΑ προς τη Δυτική Γερμανία: 1,17 δισ. δολάρια με το σχέδιο Μάρσαλ μεταξύ 3 Απρ. 1948 και 30 Ιουνίου 1952 (ήτοι περίπου 10 δισ. σημερινά δολάρια) συν τουλάχιστον 200 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 2 δις σημερινά) μεταξύ 1954 και 1961, κυρίως μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών (USAID).