Το σχέδιό του για την έξοδο από την κρίση και την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην ανάπτυξη, παρουσίασε ο πρόεδρος της Νέας Δαημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την έναρξη του συνεδρίου που διοργανώνει το Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης, σε συνεργασία με την Έδρα Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη Σχολή Fletcher.

«Η Ελλάδα μετρά έξι χρόνια οικονομικής κρίσης. Ήταν η πρώτη χώρα που υπέγραψε συμφωνία διάσωσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2010. Από τότε, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Κύπρος επίσης υπέγραψαν και εφάρμοσαν μνημόνια. Όλες οι παραπάνω χώρες ολοκλήρωσαν τα προγράμματα διάσωσης. Όλες οι παραπάνω χώρες, μπορούν πλέον και δανείζονται από τις διεθνείς αγορές. Όλες αυτές οι χώρες διαθέτουν λειτουργικά τραπεζικά συστήματα. Την ίδια ώρα, η Ελλάδα εφαρμόζει το τρίτο Μνημόνιο και παραμένει σε κρίση» τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.

«Το ερώτημα παραμένει», πρόσθεσε. «Γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση; Ένα σημαντικό κομμάτι της απάντησης σχετίζεται με την πολιτική κουλτούρα και ειδικότερα με την επικράτηση του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο. Ο λαϊκισμός ήταν κυρίαρχος στη χώρα ήδη από τη δεκαετία του ’80. Υπήρξε μια διαχρονική ασυνέπεια ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις και τις κυβερνητικές πολιτικές. “Στις προεκλογικές καμπάνιες ποίηση, στην διακυβέρνηση πεζογραφία” είχε πει ο Μάριο Κουόμο. Από το 2015 και έπειτα, λόγω της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η Ελλάδα έχει απωλέσει δύο χρόνια από τη μεταρρυθμιστική της πορεία. Σήμερα, προσπαθούμε να επανακτήσουμε ό,τι είχαμε κατακτήσει το 2014».

Όπως ανέφερε ο πρόεδρος της ΝΔ τα αίτια της κρίσης εντοπίζονται κυρίως στο προβληματικό θεσμικό σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την αποτυχία του ελληνικού πολιτικού και οικονομικού μοντέλου.

Μονόδρομος οι μεταρρυθμίσεις

Ο κ. Μητσοτάκης επισήμανε ότι «το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα είχε ορισμένα σχεδιαστικά λάθη. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν ήταν υφεσιακές. Ήταν περιορισμένη η γνώση γύρω από τις μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίο να γίνουν. Δεν υπήρχε, καμία πρόβλεψη αναφορικά με το χρέος. Ο λόγος ήταν ότι υπήρχαν φόβοι για μετάδοση του προβλήματος στις ευρωπαϊκές τράπεζες».

Ο ίδιος συμπλήρωσε: «Κατά την άποψή μου, οι μεταρρυθμίσεις είναι σαν τις μεταμοσχεύσεις. Δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτευχθεί συμβατότητα ανάμεσα σε δότη και λήπτη. Μια πρακτική που αποδίδει σε ένα Κράτος δεν σημαίνει ότι μπορεί να έχει τα αντίστοιχα αποτελέσματα σε ένα άλλο Κράτος. Η εμπειρία έξι χρόνων κρίσης και τριών μνημονίων δείχνει ότι η Ελλάδα προχώρησε σε οριζόντιες δημοσιονομικές περικοπές μισθών και συντάξεων, αλλά δυσκολεύτηκε να εφαρμόσει συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές οι στοχευμένες και εκ βάθρων μεταρρυθμίσεις είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται άμεσα η χώρα».

Απάντηση στο λαϊκισμό η «Συμφωνία Αλήθειας»

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπενθύμισε ότι η έξαρση του λαϊκισμού δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. «Οι «Ποδέμος» στην Ισπανία, ο Κόρμπιν και ο Φάρατζ στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά και η Λε Πεν στη Γαλλία είναι περιπτώσεις ενδεικτικές της ανόδου του λαϊκισμού σε διεθνές επίπεδο. Πιστεύουμε ότι μόνη λύση είναι η πρόταση μιας «Συμφωνίας Αλήθειας» στον ελληνικό λαό. Μόνο με αυτήν μπορεί να ανακοπεί η πορεία του λαϊκισμού. Σε επίπεδο δημοσκοπήσεων, είναι πλέον σαφές ότι η «Συμφωνία Αλήθειας» κερδίζει έδαφος καθημερινά. Αυτήν ανέπτυξα στην πρόσφατη ομιλία μου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης». Όπως ανέφερε, η συμφωνία αυτή αποτελείται από ένα μείγμα σκληρών διαπιστώσεων σε συνδυασμό με έναν οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση.

«Ο οδικός χάρτης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, μέσω επενδύσεων ύψους 100 δις ευρώ στην Ελλάδα την επόμενη πενταετία. Το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων πρέπει να επιστρέψει στο επίπεδο του 20% του Α.Ε.Π. Το ποσοστό των εξαγωγών και των υπηρεσιών πρέπει να ξεπεράσει το 40% του Α.Ε.Π., από 30% που είναι σήμερα. Παράλληλα, πρέπει να επιτύχουμε βιώσιμη ανάπτυξη 4% του Α.Ε.Π. ανά έτος από το 2018, ώστε να κατορθώσουμε να δημιουργούμε 120.000 νέες θέσεις εργασίας ετησίως».

Ο κ. Μητσοτάκης τάχθηκε ακόμη υπέρ των λιγότερων φόρων και των μικρότερων δαπανών. «Πρέπει να συμφωνήσουμε με τους πιστωτές μας σε ένα νέο μείγμα. Η νέα προσέγγιση θα μας επιτρέψει να χαλαρώσουμε τους δημοσιονομικούς μας στόχους αναφορικά με το ύψος του ετήσιου πρωτογενούς πλεονάσματος και την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους» σημείωσε.