Δικηγόρος ή γιατρός είναι ένας στους τέσσερις βουλευτές, σύμφωνα με την έκδοση του Εθνικού Κέντρου Πολιτικών Ερευνών «Η πολιτική αντιπροσώπευση στην σύγχρονη Ελλάδα» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση, σε επιμέλεια της ερευνήτριας Μανίνας Κακεπάκη.
Στις 230 σελίδες του τόμου καταγράφονται, αξιολογούνται και σχολιάζονται τα χαρακτηριστικά των μελών του ελληνικού κοινοβουλίου από το 1996 έως τη σημερινή Βουλή.
Οι δικηγόροι εξακολουθούν να είναι, όπως και πριν τη Μεταπολίτευση, το… πλειοψηφούν κόμμα της Βουλής με ποσοστό 15,7 % επί των 300.
Ακολουθούν οι γιατροί (12,6%), οι επιστήμονες (φυσικοί, χημικοί, μαθηματικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι- 12,6% ), οι πανεπιστημιακοί (9,6%), οι οικονομολόγοι (8,8%), οι υπάλληλοι (8,4%), τα διευθυντικά στελέχη (6,5%), οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης (5%), ενώ μικρή είναι η συμμετοχή των εργατών-αγροτών (1,9%), των τεχνικών επαγγελμάτων (1,1%) και των αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (1,1%).
Οκτώ στους δέκα έχουν πτυχίο ΑΕΙ, ένας στους πέντε μεταπτυχιακό
Μελετώντας τους πολλούς πίνακες μένει κανείς στα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπάρχει υπεροχή πτυχιούχων ΑΕΙ μεταξύ των βουλευτών μας, με ένα μικρό προβάδισμα στους άνδρες.
Τα πανεπιστημιακά πτυχία εσωτερικού και εξωτερικού είναι 51,3%, οι μεταπτυχιακοί τίτλοι 19,8 %, ενώ το άθροισμα μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων αγγίζει το 32%.
Συνολικά το 83% των εθνοπατέρων και εθνομητέρων κατέχει τίτλους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μόνο ένα 7% δεν διαθέτει πτυχίο ή ��εταπτυχιακό τίτλο.
Πρόκειται για ένα πολιτικό προσωπικό που έχει να επιδείξει υψηλές βαθμίδες εκπαίδευσης και μάλιστα υπερβαίνει σε τίτλους το κοινοβουλευτικό προσωπικό άλλων ευρωπαϊκών κοινοβουλίων, των οποίων τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά κυμαίνονται γύρω στο 65-80% των ακαδημαϊκών τίτλων.
Η προϋπηρεσία των βουλευτών
Από ποια «πόρτα» όμως εισέρχονται οι υποψήφιοι και ποια είναι η προϋπηρεσία τους;
Η θητεία στο κόμμα συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά (52,5% στους 1.058 βουλευτές που εξετάστηκαν). Έπεται η εκλογή στην αυτοδιοίκηση (39%) και τρίτη κατά σειρά έρχεται η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις (27%). Ακολουθεί, σε μεγάλη απόσταση , η υπηρεσία σε ευρωπαϊκές θέσεις (3,2%).
Η μελέτη, η οποία επεκτείνεται σε οκτώ εκλογικές αναμετρήσεις, εστιάζει στις βασικές κοινωνικο-δημογραφικές μεταβλητές, δηλαδή το επίπεδο εκπαίδευσης, το επάγγελμα και το φύλο, διερευνά τις διαφοροποιήσεις στα δύο φύλα όσον αφορά την κατάκτηση υπουργικών θώκων, ( όπου υστερούν οι γυναίκες ),αναλύει την γεωγραφική διάσταση της αντιπροσώπευσης, αξιολογεί το θεσμό των βουλευτών επικρατείας και εξετάζει το μεγάλο μέγεθος των εκλογικών περιφερειών.