​Αμετακίνητοι στις θέσεις τους για το ελληνικό χρέος είναι η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με αποτέλεσμα να είναι αβέβαιο το μέλλον για το ελληνικό χρέος.

Όπως αναφέρει δημοσίευμα της Handelsblatt εάν η επικεφαλής του ΔΝΤ επιμείνει στην άποψή της και δεν συμμετάσχει στο τρίτο πακέτο βοήθειας προς την Ελλάδα με πλέον των 86 δισ. ευρώ, τότε ο Σόιμπλε θα έχει πολιτικό πρόβλημα, διότι ψηφίστηκε από την Μπούτενστανγκ με αυτή την προϋπόθεση και θα πρέπει να γίνει ξανά ψηφοφορία, όπως του υπενθύμισαν και πρόσφατα οι βουλευτές του κόμματός του.

Η Κριστίν Λαγκάρντ επιμένει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο αν δεν κουρευτεί, όμως ο Β. Σόιμπλε διαφωνεί. Κι ενώ η επικεφαλής του ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι το Ταμείο δε θα παραμείνει στο πρόγραμμα αν δεν συμφωνηθεί το κούρεμα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών της υπενθυμίζει ότι πρέπει να παραμείνει γιατί αυτό συμφωνήθηκε τον περασμένο Μάιο.

Επιμένει μάλιστα ότι έχουν ήδη μειωθεί τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας, τα οποία είναι χαμηλότερα και από αυτά με τα οποία δανείζεται η Γερμανία και ότι έχει παραταθεί χρονικά η αποπληρωμή των δανείων της.

Από την άλλη η κ. Λαγκάρντ τονίζει ότι με ένα χρέος πάνω από το 176% του ΑΠΕ και το οποίο εκτιμάται ότι θα φτάσει το 310% δεν μπορεί να μιλά κανείς για βιωσιμότητα χωρίς να πραγματοποιηθεί κούρεμα.

«Ο Γερμανός χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, φυσικά, δεν το θέλει και ελπίζει ότι τελικά το ΔΝΤ θα συμμετάσχει, έστω και με ένα μικρότερο ποσό, έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του και χωρίς να παρ��βιάζει τους κανόνες του καταστατικού του. Το έδαφος γι΄ αυτό υπάρχει, αν πιστέψει κανείς τους καλά μυημένους του ΔΝΤ, διότι πρώτον η οικονομία της Ελλάδας πάει καλύτερα από ότι είχε υπολογίσει το Ταμείο στις αρχές του έτους- κάτι το ιδιαίτερο για την ιστορία της κρίσης της χώρας», αναφέρει η γερμανική εφημερίδα και συνεχίζει:

«Έτσι, μπορεί κανείς να υπολογίζει σε επιστροφή της οικονομικής ανάπτυξης το επόμενο έτος, την οποία καλοί γνώστες των πραγμάτων λένε πως η ελληνική κυβέρνηση την εκτιμά στο 2,7%. Επιπλέον, κι αυτό κατά την εκτίμηση των ειδικών είναι ένα ακόμη επιχείρημα, η Ελλάδα -σε αντίθεση με άλλες χώρες διεθνώς που περνούσαν κρίση στο παρελθόν- εξαρτάται λιγότερο από το δανεισμό της από τις διεθνείς αγορές. Και τούτο διότι έχει στο πλευρό της τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM), τον μεγαλύτερο δανειστή της εν τω μεταξύ, ο οποίος θα συνεχίσει για δεκαετίες να είναι δίπλα της και μόνο διότι η διάρκεια των δανείων της είναι 30 χρόνια. Αυτό καθιστά τη συμμετοχή του ΔΝΤ λιγότερο επικίνδυνη στην περίπτωση της Ελλάδας».

Όσο για το τι κρύβεται πίσω από την επιμονή του Βερολίνου να παραμείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, όπως αναφέρει η Handelsblatt είναι η μεγάλη δυσπιστία προς την Κομισιόν.

«Η Γερμανία θεωρεί ότι η Κομισιόν θα είναι μακρόθυμη, υπομονετική και γενναιόδωρη, εάν αποφάσισε μόνη για τα χρήματα της βοήθειας και την τήρηση των όρων του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Γι’ αυτό και επιμένει ότι πρέπει να παραμείνει το ΔΝΤ, το οποίο θεωρείται ότι διαθέτει μεγάλη εμπειρία, την αναγκαία σκληρότητα και την πολιτική αδιαλλαξία, ώστε να αποτελεί το αντίβαρο στην Κομισιόν», αναφέρει το δημοσίευμα.

Κανείς δε γνωρίζει πού θα καταλήξει αυτή η διαμάχη. «Δεν θα έλεγα ότι όλα έχουν τελειώσει», δήλωσε στην εφημερίδα αξιωματούχος του ΔΝΤ.