Η τεχνική συζήτηση για το ελληνικό χρέος, ξεκίνησε στα... κάστρα του Λουξεμβούργου. Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, άλλωστε, θα πρέπει να έχουν αποφασιστεί τα βραχυπρόθεσμα μέτρα.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Έθνους», σε εξέλιξη βρίσκονται - μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας – οι διαβουλεύσεις με συμμετοχή εκπροσώπων του ESM (Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας) και της ελληνικής πλευράς.

Οι τεχνικές αυτές συζητήσεις στο Μεγάλο Δουκάτο επικεντρώνονται στο πρώτο και άμεσο υλοποιήσιμο πακέτο για το χρέος.

Ωστόσο, η συζήτηση τώρα αρχίζει και το… μπρα ντε φερ μεταξύ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και Ευρωπαίων (κυρίως της Γερμανίας που έχει εκλογές το 2017) για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα απομείωσης του χρέους αναμένεται να είναι σκληρό. Το Νοέμβριο το ΔΝΤ πρέπει να παρουσιάσει ανάλυση για το χρέος και τη βιωσιμότητά του, ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να βρεθεί φόρμουλα με τους Ευρωπαίους για τις παρεμβάσεις που τελικά θα κλειδώσουν.

Μπορεί τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος να πηγαίνουν για το 2018, ωστόσο η ελληνική πλευρά δίνει ιδιαίτερο βάρος στην έγκαιρη εξειδίκευσή τους καθώς αυτό θα έχει αντίκτυπο στις αγορές και μπορεί να διαμορφώσει θετικό κλίμα στην οικονομία. Σε εξέλιξη είναι και οι συζητήσεις με τους δανειστές για το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα αλλά και τη δεύτερη αξιολόγηση.

Την Πέμπτη υπήρξε τηλεδιάσκεψη του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και του αναπληρωτή υπουργού Γιώργου Χουλιαράκη με τους θεσμούς, καθώς η ελληνική πλευρά δεν θέλει να «συρθούν» οι συζητήσεις. Το επόμενο διάστημα η «μάχη» θα δοθεί σε τρία μέτωπα:

1. Οριστι��οποίηση μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου των βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Όπως ήδη αναφέρθηκε η συζήτηση έχει ξεκινήσει σε τεχνικό επίπεδο μεταξύ Ευρωπαίων και της ελληνικής πλευράς και μία σειρά προτάσεων έχουν μπει επί τάπητος. Η λύση μπορεί να αφορά απλήρωτα τοκοχρεολύσια και συγκεκριμένα την εξομάλυνση αποπληρωμών κατ΄έτος.
Όπως τόνιζε πηγή της διαπραγμάτευσης «επιδιώκουμε να μην έχουμε μπροστά μας τη μία βουνά και την άλλη κοιλάδες», δηλαδή να μην πέφτουν μεγάλες πληρωμές σε μικρά διαστήματα. Επίσης η συζήτηση αφορά στη σταθεροποίηση των επιτοκίων, που σε βραχυπρόθεσμη φάση δεν είναι απολύτως αναγκαία αλλά μεσοπρόθεσμα το θέμα προκαλεί αβεβαιότητα και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

2. Κατάθεση του μεσοπροθέσμου προγράμματος, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στα πρωτογενή πλεονάσματα το 2019 και το 2020. Για το 2018 το πλεόνασμα έχει οριστεί στο 3,5%, ωστόσο η ελληνική πλευρά επιθυμεί στη συνέχεια να πέσει στο 2% ή 2,5%. Μία τέτοια εξέλιξη θα έφερνε πι�� κοντά τη μείωση της φορολογίας, που κρίνεται απαραίτητη για την ανάκαμψη της οικονομίας. Ο στόχος δεν είναι εύκολος, καθώς ήδη έχουν υπάρξει επιφυλακτικά σχόλια από Γερμανία και Ολλανδία. Το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι πως δεν πρόκειται να δημιουργηθεί πρόβλημα στις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, που θα παραμείνουν σε χαμηλότερα επίπεδα από το 15% του ΑΕΠ.Με βάση τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί το οικονομικό επιτελείο δεν θα ξεπεραστεί αυτό το όριο και επομένως δεν θα χρειαστεί οι χώρες της Ευρωζώνης να πάρουν πρόσθετα μέτρα για την ελληνική οικονομία. Η συζήτηση αυτή είναι σε εξέλιξη και γι΄ αυτό τον λόγο δεν κατατέθηκε το μεσοπρόθεσμο τον Ιούλιο αλλά πηγαίνει για Σεπτέμβριο.

3. Κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης ακόμα κ��ι εντός του Οκτωβρίου, με τα εργασιακά να αποτελούν το δυσκολότερο θέμα. Η προετοιμασία έχει ήδη ξεκινήσει και είναι χαρακτηριστικό πως παράλληλα με τη... διεθνή των εμπειρογνώμων που μελετά τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές, η ελληνική πλευρά έχει συγκροτήσει τη δική της ομάδα εργασίας.
Με δεδομένο πάντως πως δεν αναμένεται μέχρι τότε οριστική λύση για το χρέος, δεν πρέπει να θεωρείται απίθανο το σενάριο το ΔΝΤ να ακολουθήσει ανάλογη στάση με αυτή που είχε στην πρώτη αξιολόγηση. Δηλαδή να πιέσει για τη λήψη μέτρων αλλά επειδή θα εκκρεμεί το θέμα του χρέους να έχει τον ρόλο του παρατηρητή. Μία τέτοια εξέλιξη ενδεχομένως θα συνέβαλλε ώστε να αποφευχθούν ασφυκτικές πιέσεις στα εργασιακά, καθώς οριστική απόφαση για το χρέος δύσκολα θα ανακοινωθεί πριν τις γερμανικές εκλογές. Αυτό που θέλει πάση θυσία να αποφύγει η ελληνική πλευρά είναι να βρεθεί στη μέση της διαμάχης του Ταμείου με τους Ευρωπαίους (κυρίως τους Γερμανούς) και να σέρνεται η διαπραγμάτευση. Ένα τέτοιο σενάριο θα είχε δυσάρεστες επιπτώσεις στην οικονομία, καθώς θα δημιουργούσε ένα κλίμα ανασφάλειας που θα λειτουργούσε ανασταλτικά σε κάθε επενδυτική προσπάθεια.

To τρίτο πρόγραμμα:

Η συζήτηση για το τρίτο πρόγραμμα στήριξης, η πορεία των επιτοκίων αλλά και το κατά πόσο η χώρα μπορούσε να έχει βγει στις αγορές μεταφέρθηκε και στη Βουλή.

«Οι χρηματοδοτικές ανάγκες μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος ήταν 33 δισεκατομμύρια ευρώ. Ακόμα κι αν η Ελλάδα τολμούσε να βγει στις αγορές με την προληπτική γραμμή στήριξης, που έδινε 10 δισεκατομμύρια ευρώ, πώς θα κάλυπτε τα υπόλοιπα 23 δισεκατομμύρια; Με δανεισμό 8,2%; Η ιστορία ότι η ελληνική οικονομία θα έβγαινε από το δεύτερο πρόγραμμα στις αγορές δεν στέκει», επεσήμανε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, αναφερόμενος στους λόγους που οδήγησαν στο τρίτο πρόγραμμα.