​«Ως Ευρώπη, μπαίνουμε σε μια περίοδο αναστοχασμού, εσωστρέφειας και βαθέως προβληματισμού γύρω από το μέλλον και την πορεία της Ένωσης» τόνισε ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας μιλώντας απόψε στο συνέδριο του Economist, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την πορεία της Ευρώπης, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Αγγλία.

Είναι πλέον σαφές ότι δεν μπορεί να προχωρήσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα αν στα δύσκολα επανέρχονται οι εθνικές στρατηγικές και αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι να φορτωθούν τ��ς ευθύνες, είπε ο πρωθυπουργός. Σημείωσε ότι η γήρανση του πληθυσμού, η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, ο δημόσιος και ιδιωτικός υπερδανεισμός, η έλλειψη επενδύσεων και η μετατόπιση των τεκτονικών πλακών της παγκόσμιας οικονομίας, δικαιώνουν στην πράξη τις προοδευτικές φωνές, όσων ζητούσαμε μια διαφορετική αντιμετώπιση της κρίσης.

«Αυτές οι σκέψεις και η αγωνία για το μέλλον της Ευρώπης είναι ο πραγματικός ευρωπαϊσμός και όχι η παθητική προσκόλληση στο ηγεμονικό στάτους κβο, που την χωρίζει σε πλούσιο κέντρο και φτωχούς περιφερειακούς εταίρους», δήλωσε ο πρωθυπουργός. Πρόσθεσε ότι , είναι αυτή η παγίωση της άνισης οικονομικής ισχύος και της εισοδηματικής απόκλισης που αμφισβητεί τη θεσμική ισοτιμία των κρατών μελών, τροφ��δοτεί τον ευρωσκεπτικισμό και υπονομεύει την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Παρεμβαίνοντας στην συζήτηση για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει την γρηγορότερη δυνατή εξειδίκευση των μέτρων της συμφωνίας για το χρέος και την αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018, ώστε να αρθεί οριστικά η αβεβαιότητα γύρω από την προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

Διότι, είπε ο κ. Τσίπρας, όλοι αναγνωρίζουν είτε δημοσίως είτε ιδιωτικώς ότι ε��ναι απολύτως αδύνατον να διατηρηθούν πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% μετά το 2018 αν δεν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και αν δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε συνθήκες διαρκούς και μακροχρόνιας στασιμότη��ας. Τα πρωτογενή πλεονάσματα με δεδομένα τα αποτελέσματα της υφεσιακής εξαετίας σε κράτος, κοινωνία και εργαζόμενους, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τα 1,5 με 2%. Αυτό είναι κοινό μυστικό, είπε ο πρωθυπουργός και τόνισε ότι «ας μη κάνουμε ότι ξαφνιαζόμαστε ή ότι ανακαλύπτουμε την Αμερική όταν μιλάμε για αυτό».

Στο σημείο αυτό άσκησε έντονη κριτική κατά των προηγούμενων κυβερνήσεων υπενθυμίζοντας ότι η συμφωνία του 2012 προέβλεπε πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% από το 2016 μέχρι το 2031 και πρόσθεσε ότι παρά λοιπόν το γεγονός ότι όλοι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και οικονομικά και κοινωνικά, προσποιούνταν ότι όλα πηγαίνουν καλά. Αυτή την πρακτική της μετάθεσης του προβλήματος και της προσποίησης, οφείλουμε όλοι να την σταματήσουμε, είπε ο κ. Τσίπρας.

Το τραπεζικό σύστημα
Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την ικανοποίησή του για την χθεσινή επαναφορά του waiver και την επικείμενη ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, υπογραμμίζοντας ότι εξασφαλίζουν την άμεση πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στο φθηνό δανεισμό των τυπικών μηχανισμών της ΕΚΤ και μειώνουν την εξάρτηση από τον ακριβότερο έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας ELA.
Αυτό, σημείωσε, συνεπάγεται περισσότερη και φθηνότερη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και μείωση του χάσματος στο κόστος δανεισμού μεταξύ των επιχειρήσεων Βορρά-Νότου.
Σταδιακά ανακτούμε την πιστοληπτική μας ικανότητα και συνεπώς την ταχύτερη επάνοδό μας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, είπε ο κ. Τσίπρας , ενώ δήλωσε ότι ο μηχανισμός αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών δανείων βοηθά την αναχρηματοδότηση των βιώσιμων επιχειρήσεων, εκτοπίζει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και συμβάλλει στην ��ατανεμητική αποτελεσματικότητα των πόρων, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι άφθονοι.
Εργασιακά
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε τη θέση του για επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, ενώ επισήμανε ότι «επιμένουμε στην εκτίμηση ότι η επίθεση στο βασικό μισθό και τα εργασιακά κεκτημένα είναι ο ολισθηρός δρόμος που οδηγεί σ' έναν ανταγωνισμό προς τα κάτω, με χαμηλότερες αμοιβές και συνεχή παραγωγική υποβάθμιση».

Ο κ. Τσίπρας είπε ότι η αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας προς την εξωστρέφεια, απαιτεί χρόνο και στοχευμένες επενδύσεις και δεν επιτυγχάνεται με έτοιμες, ξενόφερτες συνταγές νεοφιλελεύθερης έμπνευσης όπως η εσωτερική υποτίμηση και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Και επίσης, πρόσθεσε, δεν μπορεί η ανάπτυξη να στηριχτεί στη συντριβή της εργασίας. Και αυτό το «δεν μπορεί» έχει δύο έννοιες: Δεν μπορεί σημαίνει και δεν είναι αντικειμενικά δυνατό, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια πολιτική, ηθική, κανονιστική διάσταση. «Δεν μπορεί»: δηλαδή δεν πρέπει να το επιτρέψουμε. Και δε θα το επιτρέψουμε.

Ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι κατά τη δεύτερη αξιολόγηση θα πρέπει όλες οι πλευρές να επιδείξουν την αντίστοιχη δέσμευση ώστε να αποφύγουμε φαινόμενα και πρακτικές καθυστερ��σεων που υπονομεύουν τη δυναμική της ανάκαμψης. Για την στάση της κυβέρνησης , διαβεβαίωσε ότι «εμείς θα προσέλθουμε εγκαίρως στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, ενόψει της 2η αξιολόγησης, με μια επεξεργασμένη πρόταση για τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς εργασίας στο πλαίσιο των βέλτιστων ευρωπαϊκών πρακτικών».

Παράλληλα ο πρωθυπουργός σημείωσε την ανάγκη ανάκαμψης των ιδιωτικών επενδύσεων διευκρινίζοντας ότι ιδιωτικές επενδύσεις μπορούν να συμπαρασύρουν μόνο στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης ανάκαμψης.
Αναμένουμε τώρα και οι εγχώριες ιδιωτικές επενδύσεις να αντιστρέψουν την υποχώρηση των προηγούμενων ετών, είπε ο κ. Τσίπρας αναφερόμενος στον αναπτυξιακό νόμο που ψήφισε πρόσφατα η κυβέρνηση.