​Την ανθρώπινή του πλευρά αποκάλυψε ο επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ, Κ. Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στην Athens Voice, αποκαλύπτοντας πως δεν ξεπέρασε ποτέ τον θάνατο της Μαρίκας.

129250-292160.jpg

«Είναι πολύ δυσάρεστο, είναι πάρα πολύ δυσάρεστο και πάρα πολύ βαρύ. Είναι μεγάλη η απώλεια αυτή, με συνοδεύει. Ο σύντροφος, η σύζυγος δηλαδή στην περίπτωσή μου, σου γεμίζει τη ζωή ολόκληρη, είναι δίπλα σου διαρκώς. Όταν είσαι μόνος, όπως είμαι εγώ τώρα, έχω φυσικά παιδιά, εγγόνια, φίλους, ό,τι θέλεις, αλλά ορισμένες ώρες νιώθεις και είσαι μόνος. Νιώθεις την απουσία ενός ανθρώπου που σε καταλαβαίνει, που σε αγαπά, που μοιράζεσαι μαζί του τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου», είπε.

Κάνοντας μάλιστα έναν απολογισμό της κοινή τους ζωής, ο Κ. Μητσοτάκης είπε:

«(...) Νομίζω ότι περάσαμε καλά. Ήμασταν διαφορετικοί χαρακτήρες, η Μαρίκα είχε πολλή ζωή, πληθωρική, περίσσευμα αγάπης προσέφερε. Πολλή εξυπνάδα και προπαντός απόλυτη ειλικρίνεια, δεν χάριζε σε κανέναν κάστανα».

129250-292184.jpg
Αυτό που θαύμαζε στην σύζυγό του ήταν το ένστικτό της, κάτι το οποίο δεν έχει ο ίδιος.

«Πολλάκις τo εμπιστεύτηκα και πολλές φορές που δεν το ακολούθησα, το μετανόησα. (...) Τη γνώρισα μεγάλος και παντρεύτηκα μεγάλος, αν δεν γνώριζα τη Μαρίκα ίσως δεν θα παντρευόμουν», είπε.

Συγκλονιστική είναι και η περιγραφή του για το πώς κατάφερε να φύγει από την Ελλάδα.

129250-292147.jpg

«Έφυγα παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, υπό δραματικές συνθήκες και επικίνδυνες, με πολύ μεγάλο κίνδυνο – δεν τον λογάριασα εκείνη την ώρα. Διέσχισα το Αιγαίο με ένα μικρό κρις κραφτ 10 μέτρων που είχε δύο βενζινομηχανές εκ των οποίων η μία χαλασμένη και με φοβερό μελτέμι. Μαζί μου είχα κι ένα φίλο Ιταλογιουγκοσλάβο υποτίθεται για καπετάνιο, αλλά στην πορεία αποδείχτηκε πως μέχρι κι εγώ, που ήμουνα παντελώς άσχετος, ήξερα περισσότερα για τη θάλασσα. Τέλος πάντων έφθασα κακήν κακώς στο Τσεσμέ. Από εκεί έστειλα ένα τηλεγράφημα στον αδελφό μου τον Χαράλαμπο, συνθηματικό, είχαμε συμφωνήσει τι θα του πω, τρεις λέξεις, να μάθουν ότι έφθασα, ότι επέζησα. Πήρα ένα ταξί και πήγα στη Σμύρνη», είπε και συνέχισε:

129250-292145.jpg

«Εντωμεταξύ όμως, δεν ξέρω πώς, ίσως και από λάθος δικό μου, κυκλοφόρησε η φήμη ότι βρίσκομαι εκεί και άρχισε η καταδίωξη των Τούρκων δημοσιογράφων, οι οποίοι είναι φοβεροί, πολύ χειρότεροι από τους Έλληνες, πέφτουν σαν τα μελίσσια. Τέλος πάντων με διάφορα κόλπα κατάφερα να τους ξεφύγω και να μπω στο αεροπλάνο για να πάω στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί να ταξιδ��ψω για Παρίσι. Η οικογένειά μου ήρθε ένα χρόνο μετά. Είχε τεθεί υπό κατ’ οίκον κράτηση στη Γλυφάδα και δεν έδιναν διαβατήριο στη Μαρίκα. Επικοινωνούσαμε με το τηλέφωνο και με γράμματα και όταν τελικά πήρε το πολυπόθητο διαβατήριο δεν περίμενε ούτε μέρα, πήρε το πρώτο πλοίο που βρήκε μπροστά της, ένα εβραϊκό, και κατέφθασαν στη Βενετία όπου τους παρέλαβα εγώ».

Η σύλληψη το βράδυ της 21ης Απριλίου και η συνάντηση με τον Γ. Παπανδρέου

Κινηματογραφική ήταν και η σύλληψή του το βράδυ της 21ης Απριλίου.

«Όταν ήρθε ο αστυνομικός να με συλλάβει στο σπίτι μας ήμουνα ξυπόλυτος με κάτι κόκκινες πιτζάμες και δεν με άφησε να ντυθώ. Αλλά επειδή είχα κάποια εμπειρία άρπαξα την τελευταία σ��ιγμή ένα παντελόνι το οποίο είχε μέσα και μερικά χρήματα κι έτσι ήμουν προνομιούχος στο Κέντρο Τεθωρακισμένων στο Γουδί που μας πήγανε, είχα τουλάχιστον ένα παντελόνι να βάλω. Οι υπόλοιποι, και εννοώ όλη την πολιτική ηγεσία της εποχής, δεν πρόλαβαν. Ο Λεωνίδας ο Κύρκος παρουσιάστηκε με το βρακάκι του κι ένα μικρό κασκορσέ σαν παλαιστής. Μ’ άλλα λόγια εκείνη την ημέρα, πέραν του εθνικού μας δράματος, είδαμε και πώς κοιμόταν ο καθένας μας τα βράδια», είπε και πρόσθεσε:

129250-292165.jpg
«Εμένα με πήγαν από τη μεριά όπου είχαν πάει και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Απέναντι ήταν ο Ράλλης, ο Παπαληγούρας, ο Ανδρέας ο Παπανδρέου. Εγώ δεν βρέθηκα στον ίδιο χώρο με τον Ανδρέα. Ήμουν παρέα όμως με τον Λεωνίδα τον Κύρκο, με τον Γλέζο και αρκετούς άλλους αριστερούς. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήρθε στο τέλος. Αλλά αυτόν τον έφεραν ντυμένο, ήταν και πυρέσσων, είχε μία μικρή γριπούλα και τον πρόσεξαν. Πήγαινε μπροστά με το παλτό και το καπέλο και από πίσω ένας λοχίας τού κρατούσε το βαλιτσάκι με τα φάρμακα. Πλησίασε, είχα να μιλήσω με τον Παπανδρέου δύο χρόνια, τον πλησίασα πρώτος, τον χαιρέτησα και του λέω, "κύριε Πρόεδρε, καλώς ορίσατε, αλλά όπως βλέπετε εμείς οι προδότες προηγήθημεν!". Γύρισε αλλού τα μούτρα του και προχώρησε. Τον έφεραν και τον έβαλαν λοξά απέναντί μου, είχαμε τα στρατιωτικά κρεβάτια με τα τρίποδα τότε και ξάπλωσε. Δίπλα του ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας (Στρατηγός, βουλευτής)».

«Ο Γέρος μόλις ξάπλωσε, όπως ήταν φλύαρος, γύρεψε παρέα για να μιλήσει. Γύρισε λοιπόν στον Παυσανία και του λέει, “κι εμείς, Παυσανία, που ανησυχούσαμε μήπως δεν μας κάνει καλό καιρό την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη”, επρόκειτο να κατέβει με άσπρο άλογο ο Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή. Ο Παυσανίας όμως μούγκριζε, δεν είχε κέφι για κουβέντα, και τότε γύρισε ο Γέρος σε εμένα και πιάσαμε την κουβέντα και σε δέκα λεπτά ήμασταν σαν να μην είχαμε χωρίσει ποτέ».