Ενιαίο ολοήμερο δημοτικό σχολείο, γυμνάσιο και λύκειο με λιγότερες εξετάσεις και τεχνική εκπαίδευση με περισσότερες ειδικότητες και πρόσθετο έτος μαθητείας είναι το περίγραμμα του σχολείου που οραματίζεται να δημιουργήσει μετά την ολοκλήρωση του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία ο Νίκος Φίλης.
Σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας, ο διάλογος για την Παιδεία δεν είναι προσχηματικός και γι' αυτό κάλεσε για άλλη μια φορά τον εκπαιδευτικό κόσμο να συμμετάσχει στην κατάθεση απόψεων.
Οι στόχοι που περιέγραψε είναι:
Αλλαγή στη δομή και το περιεχόμενο του δημοτικού σχολείου με την καθιέρωση ενός ενιαίου τύπου σχολείου με ολοήμερο πρόγραμμα με βασικό στόχο την «απογυμνασιοποίηση» του προγράμματος και την ενίσχυση της συναισθηματικής και παιδαγωγικής σχέσης δασκάλου και παιδιού.
• Στην ειδική αγωγή, όπου μέχρι τώρα τα προβλήματα αντιμετωπίζονταν με τη λήψη ευκαιριακών μέτρων, σχεδιάζεται βήμα-βήμα η μετάβαση σε ένα σύστημα που θα διέπεται από τις αρχές της ένταξης και της παροχής ίσων ευκαιριών στη μάθηση ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού.
• Στη μέση εκπαίδευση προωθούνται συνθήκες διεύρυνσης του διδα��τικού χρόνου με την κατάργηση των πολλών εξετάσεων και διευκόλυνση της πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
• Στην τεχνική εκπαίδευση ο Νίκος Φίλης είπε ότι «δεν θεωρούμε τα σχολεία (ΕΠΑΛ) μια δεύτερη κατηγορία σχολείων, αλλά θέλουμε να είναι θελκτικά για τα παιδιά μέσω του προγράμματος και των ευκαιριών για μάθηση και κατάρτιση που θα παρέχουν». Σχεδιάζεται αναμόρφωση ειδικοτήτων και καθιέρωση 4ου έτους για τη μαθητεία και τη σύνδεση με την παραγωγή.
Το μεγάλο ερώτημα, βέβαια, είναι το πώς θα γίνουν πράξη οι εξαγγελίες αυτές όταν το ποσοστό δαπανών για την παιδεία στη χώρα κατρακύλησε πλέον σε λιγότερο από 2,8% του ΑΕΠ.
«Για μια σειρά μέτρων και αλλαγ��ς, όπως της νοοτροπίας, του περιεχομένου σπουδών, του τρόπου αξιολόγησης των μαθητών κ.ά., δεν χρειάζονται χρήματα» διευκρινίζει ο υπουργός Παιδείας, επισημαίνοντας πως βαθμιαία πρέπει να οδηγηθούμε στη σύγκλιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου δαπανών για την Παιδεία, που είναι στο 5% του ΑΕΠ.