Μέτρα ύψους 5,2 δις ευρώ, ποσό ίσο με το 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2018, αποδέχεται η κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, όπως επιβεβαίωσε σήμερα η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη! Κι αυτό μάλιστα παρότι η κυβέρνηση προσήλθε στη διαπραγμάτευση με πρόταση για μέτρα 1,8 δις, δηλαδή 1% του ΑΕΠ. Δηλαδή, θα επιβληθούν τελικά τριπλάσια σε ποσό μέτρα από αυτά που «φιλοδοξούσε» η κυβέρνηση στην έναρξη της διαπραγμάτευσης, με το ΔΝΤ μάλιστα να ζητά ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό, όπως επιβεβαίωσε επίσης η κυβερνητική εκπρόσωπος!

«Το 1% του ΑΕΠ (1,8 δις) προκύπτει από τις ρυθμίσεις και από την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, το άλλο 1% του ΑΕΠ προκύπτει από φόρους, από τη φορολόγηση και το ακόμη άλλο 1% του ΑΕΠ (σύνολο 3% του ΑΕΠ) από άλλα μέτρα που πρακτικά θα αποτελούν έμμεση φορολόγηση. Σε αυτή τη βάση εργαστήκαμε και αυτό έχουμε αποδεχθεί στη συμφωνία, ανεξάρτητα αν μετά (και αυτά προκύπτουν και σε συμφωνία και με τους Ευρωπαίους εταίρους) το ΔΝΤ έχει προβάλει άλλα νούμερα: Μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο, όμως, δεν φαίνεται να επικρατεί. Επομένως, εργαζόμαστε προς την κατεύθυνση του 3% του ΑΕΠ από τις τρεις κατηγορίες που σας π��οανέφερα» απάντησε η κ. Γεροβασίλη σε σχετική ερώτηση.

Η κυβερνητική εκπρόσωπος πρόσθεσε ότι η κατεύθυνση είναι «να μην πλήττονται τα χαμηλότερα στρώματα και οι πλέον αδύναμοι συμπολίτες μας από αυτά τα μέτρα τα οποία δεν θα θέλαμε να υπάρχουν».

Για την τεράστια επιβάρυνση που θα υπάρξει στους Έλληνες φορολογούμενους (καθώς ποσό ίσο με 1% του ΑΕΠ αφορά άμεση φορολόγηση και άλλο ένα 1% του ΑΕΠ αφορά έμμεση φορολόγηση) η κ. Γεροβασίλη δήλωσε:

«Ποτέ δεν πιστέψαμε ότι η συνεχής αύξηση της φορολογίας και μάλιστα με εξαντλημένη τη φοροδοτική ικανότητα του μεγαλύτερου μέρους των Ελλήνων πολιτών, μπορεί να αποτελέσει αναπτυξιακό μέτρο. Ποτέ δεν το πιστέψαμε αυτό και ποτέ δεν το υπερασπίσαμε και ήταν και η κριτική απέναντι σε όλες τις προηγούμενες - τα τελευταία 6 χρόνια περίπου- αυξήσεις της φορολογίας. Σαφώς και δεν το πιστεύουμε. Είμαστε υποχρεωμένοι από τη συμφωνία του καλοκαιριού να αντιμετωπίσουμε με αυτό τον τρόπο το θέμα, το οποίο θέτετε. Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια να κρατήσουμε, όμως, την κοινωνία όρθια μέσα από αυτό, αντιστρέφοντας όποιον επωμίζεται αυτό το βάρος, δηλαδή, οι πλουσιότεροι και αυτοί που αντέχουν περισσότερο να σηκώσουν το βάρος της φορολογίας, προκειμένου να μην πληγούν τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε».

Η κ. Γεροβασίλη παραδέχθηκε ότι υπάρχει διάσταση απόψεων με τους εταίρους για τα κόκκινα δάνεια και απέκλεισε το ενδεχόμενο να βγουν εκτός της θεματολογίας της αξιολόγησης. «Ενώ συγκλίνουμε στο φορολογικό και ασφαλιστικό, όπως διατυπώθηκε και από τους αρμόδιους υπουργούς, υπάρχει διάσταση ακόμα στο ζήτημα των κόκκινων δανείων. Νομίζω ότι η διαπραγμάτευση θα ξεκινήσει πάλι έντονα με την επιστροφή των θεσμών στην Ελλάδα, τη Δευτέρα, στις 4 του μηνός. Έδωσε τις αντίστοιχες εξηγήσεις και ο κ. Σταθάκης, μιλώντας για το πού βρίσκονται ακριβώς οι αποστάσεις μας. Μας αφορά απολύτως το ζήτημα της πρώτης κατοικίας. Μας αφορά πολύ το θέμα των συνδεδεμένων επιχειρηματικών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με την πρώτη κατοικία κυρίως. Θέλουμε να στηριχτούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κατά το δυνατόν. Θέλουμε να είμαστε όσο πιο διεκδικητικοί γίνεται σήμερα, διότι αυτό καθορίζει το μέλλον για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήμα��α».

Για την εκδοχή της τμηματικής αξιολόγησης και αν η κυβέρνηση την έχει απορρίψει, η κυβερνητική εκπρόσωπος απάντησε ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί, με νομοθέτηση μόνο του φορολογικού- ασφαλιστικού καταρχήν, αλλά μόνο εάν δεν επηρέαζε το σύνολο της αξιολόγησής της και την ολοκλήρωσή της «σε εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο, όπως έχει οριστεί, είναι πριν το δικό μας Πάσχα».