​Για το προσχέδιο των συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής που διέρρευσε νωρίτερα και έκανε αναφορά σε κλειστά σύνορα μίλησε ο πρόεδρος της ΝΔ, Κ. Μητσοτάκης, στον Real Fm.

«Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν το προσχέδιο θα είναι και το τελικό κείμενο. Δυστυχώς δεν φαίνεται να πληροί ούτε τις ελάχιστες απαιτήσεις που από κοινού συμφωνήσαμε με τον πρωθυπουργό και τους υπόλοιπους αρχηγούς των κομμάτων στη συνάντηση που είχαμε την Παρασκευή», είπε ο κ. Μητσοτάκης και πρόσθεσε:

«Το προσχέδιο αυτό δεν είναι ικανοποιητικό για τη χώρα και περνάει κάτω από τον πήχη. Τον χαμηλό πήχη, τον οποίο εμείς βάλαμε στον πρωθυπουργό, στα πλαίσια της συζήτησης που είχαμε στο Προεδρικό Μέγαρο την Παρασκευή».

Βέβαια οι εξελίξεις ανέτρεψαν τα δεδομένα, και όπως φαίνεται το κλίμα στις Βρυξέλλες έχει αλλάξει με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για απάλειψη της συγκεκριμένης φράσης ύστερα από πιέσεις της Α. Μέρκελ, του Α. Τσίπρα και του Ζ. Κ. Γιούνκερ, παρ’ όλ’ αυτά ήταν αρκετή για να ξεκινήσει νέα κόντρα με την κυβέρνηση.

«Αποτελεί ένδειξη απίστευτης μικρότητας και εθνικής ανευθυνότητας, την ώρα που ο Πρωθυπουργός δίνει τη μάχη της διαπραγμάτευσης και πριν ακόμη ξεκινήσει η Σύνοδος Κορυφής, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να υιοθετεί διαρροές, οι οποίες μετά από λίγο διαψεύδονται, υπονομεύοντας την ελληνική προσπάθεια. Ο ελληνικός λαός μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του», απάντησε η κυβερνητική εκπρόσωπος Ο. Γεροβασίλη, ενώ από τις Βρυξέλλες, μέσω Twitter του απάντησε και ο υπουργός Επικρατείας, Ν. Παππάς, λέγοντας ότι ταυτίζεται με την ομάδα Βίζενγκραντ.

«Απέναντί μας οι χώρες του Βίζενγκραντ. Κακώς ο κ. Μητσοτάκης βιάζεται να ταυτιστεί μαζί τους, χρησιμοποιώντας δημοσιεύματα που διαψεύδονται», έγραψε.

Ο Κ. Μητσοτάκης πάντως, εκτός από τη Σύνοδο Κορυφής απάντησε και στην επίθεση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ περί ακροδεξιάς στη ΝΔ, τονίζοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η προσφυγική κρίση έχει τηρήσει μία εξαιρετικά υπεύθυνη στάση, έχει αναζητήσει ένα πλαίσιο συναίνεσης, έχει φέρει με τη δική της στρατηγική τον πρωθυπουργό και τον ΣΥΡΙΖΑ σε μία γραμμή ρεαλισμού και κοινής λογικής».

«Θέλω να αναφερθώ στο δίλημμα που έθεσε ο πρωθυπουργός, όπου έθεσε την προσφυγική πολιτική στα πλαίσια του διλήμματος: Ανθρωπισμός ή ακροδεξιά. Είναι απαράδεκτο αυτό το δίλημμα. Αναρωτιέμαι αν είναι ανθρωπισμός αυτό που συμβαίνει στην Ειδομένη, όπου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στοιβάζονται σε άθλιες συνθήκες χ��ρίς να υπάρχει καμία απολύτως μέριμνα του ελληνικού κράτους, προσπαθώντας και επιχειρώντας να περάσουν από σύνορα που είναι κλειστά. Θα πρέπει να καταλάβουμε και στη χώρα μας ότι μεταξύ ανθρωπισμού και ακροδεξιάς υπάρχει η κοινή λογική», είπε και πρόσθεσε:

«Είμαι πολύ σαφής: ακροδεξιά δεν υπάρχει στη ΝΔ. Τα κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα είναι μία πρόβλεψη που κατ΄ αρχάς υπάρχει στον ίδιο τον κώδικα της συνθήκης της Σένγκεν και είναι απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου οι παράτυποι μετανάστες να μπορούν να βρίσκονται κάπου, μέχρι να επαναπροωθηθούν στις χώρες προέλευσής τους . Αυτό είναι κάτι που κανείς δεν το αρνείται. Ούτε ο ίδιος πρωθυπουργός αρνήθηκε την ανάγκη να έχουμε τέτοια κέντρα, στη συζήτηση που είχαμε».

Όσο για τα σενάρια Οικουμενικής κυβέρνησης που διαρρέονται τον τελευταίο καιρό, επανέλαβε ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει.

«Δεν πιστεύω ότι η οικουμενική είναι λύση, το έχω πει πάρα πολλές φορές. Έχω πει κάτι πολύ συγκεκριμένο: Σε περίπτωση που η κυβέρνηση απωλέσει τη δεδηλωμένη, θα ενεργοποιηθούν οι σχετικές προβλέψεις του Συντάγματος και σε περίπτωση που δεν σχηματιστεί άλλη κυβερνητική πλειοψηφία, τότε θα οδηγηθούμε σε εκλογές. Εμείς δεν μπορούμε να συγκυβερνήσουμε με τον κ. Τσίπρα, έχουμε πάρα πολλές διαφορές σε μια σειρά από θέματα».

Τέλος αναφερόμενος στην αξιολόγηση, ο πρόεδρος της ΝΔ είπε:

«Ξαναβιώνουμε τη διαπραγμάτευση του κ. Βαρουφάκη χωρίς τον κ. Βαρουφάκη, εννοώ τη συνεχή μετάθεση του προβλήματος από ��βδομάδα σε εβδομάδα. Θυμίζω, ότι η αξιολόγηση θα έπρεπε να ολοκληρωθεί από τον Οκτώβριο. Η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να καταθέσει προτάσεις που να είναι ρεαλιστικές, ώστε να μπορούν να δοθούν λύσει στα ανοιχτά ζητήματα της αξιολόγησης».