Επιμένει η κυβέρνηση στην προσπάθεια «αντεπίθεσης» σε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για το ασφαλιστικό, μετά και την δήλωση της κυβερνητικού εκπροσώπου Όλγας Γεροβασίλη, με την οποία απάντησε στους ισχυρισμούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Σε σημείωμά του γραφείου τύπου του πρωθυπουργού, για την «τεκμηρίωση του ασφαλιστικού», η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «αμέσως μόλις το σχέδιο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης είδε το φως της δημοσιότη��ας, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έσπευσαν, παραπειστικά και εντελώς προσχηματικά, να ισχυριστούν ότι δήθεν η εφαρμογή του ν. 3863/2010 προστάτευε τους συνταξιούχους περισσότερο από ότι η σημερινή νομοθετική πρόταση της Κυβέρνησης. Καταρχάς τους υπενθυμίζουμε ότι τα όσα προέβλεπε ο ν. 3863/2010 ουδέποτε εφαρμόστηκαν, καθώς τα ίδια αυτά κόμματα, όσο ήταν Κυβέρνηση, προέβησαν σε 12 διαδοχικές μειώσεις των χορηγούμενων συντάξεων».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο ν. 3863/2010 όταν συντάχθηκε έλαβε υπόψη τα οικονομικά δεδομένα που ίσχυαν στη χώρα το έτος αυτό.

«Η βασική σύνταξη, επομένως, που προέβλεπε ο νόμος αυτός, σήμερα δεν θα ανερχόταν στο ποσό των 360 ευρώ -όπως παραπειστικά ισχυρίζονται τώρα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Διότι πρώτον το ποσό α��τό, όπως ρητά προκύπτει από το κείμενο του νόμου, αφορούσε μόνο το 2010, και όχι τις συντάξεις του 2015 ή των επόμενων ετών» υποστηρίζει η κυβέρνηση.

Στην ίδια κατεύθυνση αναφέρει ότι εάν εφαρμοζόταν ο ν. 3863/2010 σήμερα, το ποσό της Βασικής σύνταξης για το έτος 2014 θα ανερχόταν πλέον στο ποσό των 343 ευρώ και όχι στο ποσό των 384 ευρώ, όπως είναι η πρόταση της κυβέρνησης.

Το γραφείο τύπου του πρωθυπουργού υπενθυμίζει ότι ο ν. 3863/2010 ρητά προέβλεπε ότι το συνολικό ύψος των δαπανών για τις συντάξεις, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009 και προσθέτει: «Επισημαίνουμε, λοιπόν, στους όψιμους προστάτες των συμφερόντων των συνταξιούχων ότι η εφαρμογή του νόμου που συνέταξαν το 2010, σήμερα όχι μόνο θα οδηγούσε σε οριζόντιες μειώσεις των συντάξεων, αλλά δεν θα διασφάλιζε ούτε στο ελάχιστο τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης».

Το σημείωμα διαψεύδει επίσης τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για μείωση συντάξεων κατά 20% - 30% και ισχυρίζεται ότι «αυτά τα μεγέθη δεν προκύπτουν από πουθενά και ότι με την πρόταση της κυβέρνησης τα ποσοστά αναπλήρωσης για όσους συνταξιοδοτηθούν είναι τέτοια ώστε να προστατεύουν πλήρως τις χαμηλές και μεσαίες συντάξεις, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα υπάρξουν ακόμα και αυξήσεις».

Για το σύνηθες ερώτημα αν «πληρώνουν οι νέοι τους παλιούς» ση��ειώνεται ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε συνταξιοδοτική δαπάνη με ποσοστό 17,5% του ΑΕΠ, την ίδια στιγμή στην ΕΕ-28 το ποσοστό αυτό βρίσκεται περίπου στο 11,5%. «Είναι φανερό ότι αυτή η κατάσταση, αν αφεθεί ως έχει, θα οδηγήσει σε συνολική κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Με την μεταρρύθμιση που προτείνει η κυβέρνηση όχι μόνο εξασφαλίζεται η μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος αλλά δίνεται και προοπτική αύξησης των συντάξεων μετά το 2018 επισημαίνει το ενημερωτικό σύστημα στο οποίο αναφέρεται ακόμη ότι «όλη χώρα πληρώνει την εγκληματική διαχείριση του ασφαλιστικού συστήματος από ΠΑΣΟΚ – ΝΔ», ενώ γίνεται λόγος και για «εγκληματικό PSI+» που στοίχισε 13 δισ. ευρώ στα αποθεματικά των ταμείων.

Το σημείωμα αναφέρεται και σε «έργα και ημέρες ΝΔ – ΠΑΣΟΚ» με τη μέση σύνταξη το 2010 να βρίσκεται στα 1.480 ευρώ, ενώ τον Ιανουάριο του 2015 «όταν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ευτυχώς παρέδωσαν την εξουσία, η μέση σύνταξη είχε φτάσει τα 863 ευρώ» με τη μεσοσταθμική μείωση στο 41%.

«Από την αντιπολίτευση και από έγκριτους, δήθεν, αναλυτές γίνονται αναφορές ότι μετά το μνημόνιο σταματάει η προσωπική διαφορά. Με βάση τις προβολές για την αύξηση του ΑΕΠ μετά το 2018, οι νέες συντάξεις θα εξισωθούν με τις παλιές και άρα θα εκλείψει ο λόγος ύπαρξης της προσωπικής διαφοράς» υπογραμμίζεται ακόμη. Το γραφείο τύπου του πρωθυπουργού συμπληρώνει ότι «αν, παρ’ ελπίδα, δεν συμβε�� αυτό, προβλέπεται ότι η προσωπική διαφορά θα διατηρηθεί και μετά το 2018. Οι συντάξεις, πάντως, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, από το 2018 και μετά, με δεδομένη την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, θα ξεκινήσουν και πάλι να αυξάνονται».

​​