​Την απαλλαγή του Ηλία Κασιδιάρη για την υπόθεση της καταγραφής και δημοσιοποίησης συνομιλίας με τον πρώην γενικό γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκο, αποφάσισε με βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.

Το Δικαστικό Συμβούλιο έκανε δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα εφετών Αντώνη Λιόγα, ο οποίος στην 32 σελίδων πρόταση του, ανέφερε ότι δεν πρέπει να παραπεμφθεί σε δίκη ο Ηλίας Κασιδιάρης, καθώς η επίμαχη συνομιλία αφορούσε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, τα οποία θα μπορούσαν να είναι αντικείμενο ενημέρωσης της κοινής γνώμης.

Όπως ανέφερε ο εισαγγελέας:

«Η επίδικη συνομιλία πραγματοποιήθηκε στο υπηρεσιακό γραφείο του γ.γ της κυβέρνησης και ενώ η πόρτα ήταν ανοιχτή και η είσοδος τρίτων προσώπων σε αυτό, ελεύθερη. Δεν έθιγε και δεν αναφερόταν καν στην ιδιωτική ζωή κάποιου προσώπου. Αντίθετα, αποτελούσε μία προεχόντως επαγγελματική-πολιτική συζήτηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια και κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του Τάκη Μπαλτάκου, ως γενικού γραμματέα της κυβέρνησης και η οποία, λόγω της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων αυτών καθηκόντων, υπόκειται σε έλεγχο και κριτική».

Ο εισαγγελικός λειτουργός τόνιζε πως ο Ηλίας Κασιδιάρης, χρησιμοποίησε το υλικό της συζήτησης που είχε με τον Τάκη Μπαλτάκο όταν η Βουλή, εκτελώντας χρέη δικαστικής εξουσίας, εξέταζε το αίτημα του Εισαγγελέα για άρση της βουλευτικής ασυλίας του, κατά τρόπο θεμιτό.

«Η επίκληση της συνομιλίας, αποσκοπούσε στην αποτροπή της αιτούμενης δίωξης του για σοβαρό ποινικό αδίκημα που του αποδίδετο... υπήρξε δε κατά την άποψή μας θεμιτή. Ενόψει, μάλιστα, και του ότι η ως άνω υποκλαπείσα συνομιλία αποτελούσε το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο μέσο που αυτός διέθετε για την ενίσχυση των ισχυρισμών του», αναφέρει η εισαγγελική πρόταση.

Υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη συνομιλία καταγράφηκε από τον Ηλία Κασιδιάρη το Νοέμβριο του 2013, ενώ ήταν σε εξέλιξη δικαστική έρευνα για την Χρυσή Αυγή, και δημοσιοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2014 στην Βουλή. Ο βουλευτής ήταν κατηγορούμενος για κακουργηματικού βαθμού παραβίαση απορρήτου ίδιας προφορικής συνομιλίας, καθώς και για χρήση παράνομης αποτύπωσης ίδιας προφορικής συνομιλίας.