​Ο Γ. Βαρουφάκης ήταν ένας από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που καταψήφισαν το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα επιχείρησε να εξηγήσει και τους λόγους, ζητώντας το λόγο από τον Αντιπρόεδρο της Βουλής, Α. Μητρόπουλο, μετά από τη δευτερολογία του πρωθυπουργού.

Μάλιστα, ο πρώην υπουργός Οικονομικών, δήλωσε πρόθυμος να παραδώσει την έδρα του αν του το ζητήσει ο Α. Τσίπρας, αλλά δεν κατάφερε να πει όσα θα ήθελε, καθώς ξεσηκώθηκαν αντιδράσεις από άλλους βουλευτές.

Έτσι, είπε να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του με ένα άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα στο PressProject και το έγραψε την ώρα της συζήτησης στην Ολομέλεια.

«Επί προσωπικού: Ενότητα εν τη διαφωνία», είναι ο τίτλος του άρθρου και αναφερόμενος σε όσους του επιτίθενται από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τονίζει ότι το κάνουν γιατί ο ίδιος στεναχώρησε «διάφορους κυρίους Ντάισελμπλουμ».

Στο κείμενό του βαφτίζει «άνοιξη της Αθήνας» τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου και εξηγεί γιατί δεν μπόρεσε να ψηφίσει το μνημόνιο.

«Ηττηθήκαμε από την τρόικα και η ήττα φέρνει διαφωνίες. Ωστόσο, στηρίζω τον Πρωθυπουργό, κάτι που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά. Όμως δεν δύναμαι να ψηφίσω συμφωνίες που εκείνος κρίνει απαραίτητες αλλά που, κατ΄ εμέ, εξαϋλώνονται με την πρώτη έκθεση στο φως της κριτικής», γράφει ο κ. Βαρουφάκης και θέτει την έδρα του στη διάθεση του Α. Τσίπρα.

«Αν ο Πρωθυπουργός κρίνει πως θα διευκολυνθεί το έργο του, δεν έχει παρά να μου ζητήσει την έδρα μου», τονίζει.

Όλο το κείμενο του Γιάνη Βαρουφάκη αναφέρει:

«Για μήνες τώρα, στην ιερή Αίθουσα του Κοινοβουλίου, δέχομαι ακραίες λεκτικές επιθέσεις. Άκουσα απαιτήσεις να συρθώ σε εξεταστική επιτροπή επειδή, λέει, υπέγραψα... Μνημόνιο την 20η Φεβρουαρίου. Πιο πρόσφατα κάποιοι μου «απήγγειλαν» την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας επειδή, ουσιαστικά, έκανα την δουλειά μου ως Υπ. Οικ. και επιχείρησα την ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας επί υπηρεσιών του υπουργείου μου.

Δεν χρησιμοποίησα το δικαίωμά μου να απαντήσω, ούτε στην Βουλή ούτε αλλού, επειδή ήξερα ότι το ζήτημα δεν ήταν προσωπικό.

Φαντάζομαι ότι, βαθιά μέσα στους συναδέλφους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι μου επιτίθενται τόσο ακραία και τόσο άτσαλα, κάτι μικρό έχει μείνει από την 3η Σεπτέμβρη του Ανδρέα Παπανδρέου ή από την εθνική υπερηφάνεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ένα τόσο δα κατάλοιπο ικανό να τους δημιουργήσει έντονο συνειδησιακό πρόβλημα όταν συνέκριναν την δική τους ολοκληρωτική ταπείνωση με τον τρόπο που εμείς «στεναχωρούσαμε» τους διάφορους κυρίους Ντάισελμπλουμ.

Από τότε ήθελαν να μας τιμωρήσουν. Από την Άνοιξη της Αθήνας, που επέστρεψε την αξιοπρέπεια ακόμα και στους δικούς τους ψηφοφόρους. Ακόμα και να μας ποινικοποιήσουν ένιωσαν την ανάγκη επειδή τολμήσαμε να διεθνοποιήσουμε επιτυχώς την μη βιωσιμότητα του χρέους, όταν εκείνοι υποχρεώνονταν να προσποιούνται πως ήταν βιώσιμο.

Όσο ο αγώνας μας διαρκούσε, εκείνοι «έσκαγαν», περίμεναν, ήλπιζαν σ’ έναν θρίαμβο της τρόικας επί της χώρας μας.

Όταν ηττηθήκαμε από την τρόικα, τότε ήταν που τους δόθηκε η ευκαιρία να πάρουν «εκδίκηση». Είναι μεγάλη μου τιμή που αποφάσισαν πως ο καλύτερος τρόπος να ακυρώσουν την μνήμη της Άνοιξης της Αθήνας ήταν η... ποινικοποίησή μου. Φαίνεται δεν κατάλαβαν ότι χρησιμοποιώντας Σοβιετικού τύπου προπαγάνδα εναντίον μου, με όλα τα συστημικά μέσα αρωγούς, η τρόικα εσωτερικού μου έδινε μεγάλη ικανοποίηση και ακόμα μεγαλύτερη δύναμη.

Βέβαια, η ήττα φέρνει διαφωνίες. Εμείς που παλέψαμε εναντίον της τρόικας, διαφωνήσαμε. Διαφωνήσαμε για τα αίτια της ήττας, για το αν υπήρχαν ή όχι εναλλακτικές, για πολλά.

Έτσι είναι όμως: Όσοι μάχονται τον αγώνα τον καλό εναντίον του σιδη��όφρακτου ολοκληρωτισμού των δανειστών, και να ηττηθούν μπορεί και να διαφωνήσουν. Μόνο εκείνοι που σκύβουν το κεφάλι σε όλα συμφωνούν σε όλα.

Εμείς στην Αριστερά διαφωνούμε επειδή πορευόμαστε με κοινό, καλό στόχο.

Εκείνοι συμφωνούν επειδή έχουν άλλους στόχους.

Η ηθική της Αριστεράς μας επιβάλει να κάνουμε κάτι που η Αριστερά, δυστυχώς, δεν έχει πετύχει: Να πορευόμαστε ενωμένοι εν τη διαφωνία μας.

Βέβαια, αυτός ο συνδυασμός ενότητας και διαφωνίας, όσο απαραίτητος και να είναι, ενίοτε δημιουργεί θεσμικό πρόβλημα το οποίο το έχει θέσει, σωστά, ο Πρωθυπουργός. Από την προσωπική μου σκοπιά παίρνει την εξής μορφή:

Ο Πρωθυπουργός έχει ανάγκη να μπορεί να επιδεικνύει την «δεδηλωμένη» της κυβέρνησής του. Στηρίζω τον Πρωθυπουργό, κάτι που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά. Παράλληλα, δεν δύναμαι να ψηφίσω συμφωνίες που εκείνος κρίνει απαραίτητες αλλά που, κατ΄ εμέ, εξαϋλώνονται με την πρώτη έκθεση στο φως της κριτικής.

Αυτό τον συνδυασμό Στήριξης και Διαφωνίας προσφέρω στον Αλέξη Τσίπρα και στο κόμμα μας με την εξής δήλωση: Αν ο Πρωθυπουργός κρίνει πως θα διευκολυνθεί το έργο του, θα ενισχυθεί ο ίδιος και η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα, δεν έχει παρά να μου ζητήσει την έδρα μου.

Έως τότε θα είμαι στην Βουλή κάνοντας αυτό που ποθώ πιο πολύ απ’ οτιδήποτε: Να ασκώ τα βουλευτικά μου καθήκοντα εκπροσωπώντας τους 140 χιλιάδες πολίτες της Β’ Αθήνας που μου έκαναν την υπέρτατη τιμή να με εμπιστευτούν. Από αυτό το μετερίζι, και από άλλα αρκετά, θα υπονομεύω την τρόικα τόσο εξωτερικού και εσωτερικού υπερασπιζόμενος την λογική και το πνεύμα της Άνοιξης της Αθήνας που τόσο πολύ πασχίζουν να αμαυρώσουν».