Το γεγονός ότι ο λογαριασμός με τα χρήματα που δεν δηλώθηκαν στο πόθεν έσχες του 2007 και περιλαμβανόταν στη λίστα Λαγκάρντ ανήκε σε offshore εταιρεία με διαχειριστή τον Διονύση Πελέκη, οδήγησε σε αθώωση τον πρώην υπουργό Γιώργο Βουλγαράκη και τη σύζυγό του Αικτερίνη Πελέκη,για το πλημμέλημα της ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης του 2007. Στο εδώλιο του Ί Τριμελούς Πλημμεληματοδικείου της Αθήνας κάθισαν και οι δυο και οι δικαστές με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα τους κήρυξαν αθώους.

Η κατηγορία αφορούσε τη μη δήλωση τραπεζικού λογαριασμού στην Γενεύη της Ελβετίας ύψους 117.000 ευρώ, ο οποίος περιλαμβανόταν στην περίφημη λίστα Λαγκάρντ. Σύμφωνα με το σκεπτικό, πως δεν είχαν υποχρέωση να δηλώσουν τον επίμαχο λογαριασμό, καθώς τηρούνταν από τρίτο δικαιούχο, σε εξωχώρια εταιρία, της οποίας μέτοχος και διαχειριστής ήταν ο πατέρας της κυρίας Πελέκη.

"Δεν μπορεί να αποδοθεί στο πρόσωπο της κατηγορούμενης η κατηγορία. Δεν μπορεί να θεωρηθεί οτι είχε την κατοχή των χρημάτων. Δεν αποδεικνύεται ότι είχε πρόθεση να αποκρύψει περιουσιακό στοιχείο. Το ίδιο ισχύει και για τον κ. Βουλγαρακη. Προτείνω την αθώωση τους" τόνισε ο εισαγγελέας.

Όπως είπαν στις απολογίες τους πρόκειται για λογαριασμό εξωχώριας εταιρίας που ανήκε στον πατέρα της κυρίας Πελέκη, Διονύση, τον οποίο άνοιξε εκείνη με πληρεξούσιο. Ο κ.Βουλγαράκης μάλιστα είπε πως δεν ήξερε την ύπαρξη του επίμαχου λογαριασμού, αλλά ακόμα και να την ήξερε δε θα το δήλωνε και αυτό διότι πρόκειται για λογαριασμό που διατηρούσε ο πεθερός του και για το οποίο είχε κάνει πληρεξούσιο στην σύζυγο του για το άνοιγμα και το κλείσιμο του λογαριασμού.

Από την πλευρά της η κυρία Πελέκη υποστήριξε πως «η πραγματικότητα είναι πως κάποια στιγμή άνοιξα με πληρεξούσιο αυτόν τον λογαριασμό του πατέρα μου και αυτή ήταν η μόνη ενέργεια που έκανα με αυτόν τον λογαριασμό. Δεν τον θεωρούσα ποτέ δικό μου. Με τον σύζυγο μου έχουμε δηλώσει όλους τους τραπεζικούς μα�� λογαριασμούς. Δεν είχαμε ποτέ λογαριασμό στο εξωτερικό. Είχα την εντολή μόνο να ανοίξω τον λογαριασμό και ουδέποτε ασχολήθηκα με αυτόν ξανά. Τότε έμενε η κουμπάρα μου στην Γενεύη και ο πατέρας μου έκανε το πληρεξούσιο επειδή ταξίδευα συχνά εκεί. Ήμουν απολύτως σίγουρη ότι δεν έπρεπε να το δηλώσω».