​«Έφτασε η στιγμή της αλήθειας για τον ΣΥΡΙΖΑ» είναι ο τίτλος άρθρου του πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και μέλους της Πολιτικής Γραμματείας, Α. Νταβανέλου, με το οποίο ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση και ζητά από τον Α. Τσίπρας εκλογές.

«Η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη ήταν ένα σημαντικό λάθος, που προέκυψε από τον εγκλωβισμό στην προεκλογική “αφήγηση”», αναφέρει στο άρθρο του ο κ. Νταβανέλος, το οποίο δημοσιεύεται στο rproject.gr.

Η κριτική του όμως δεν σταματά εκεί. Αναφερόμενος στις «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης ο επικεφαλής της συνιστώσας Διεθνιστική Εργατική Αριστερά τονίζει ότι ήταν «κατώτερες των δεσμεύσεών μας στη ΔΕΘ, που ήταν κατώτερες του συνεδριακού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ», εκτιμώντας ταυτόχρονα ότι αρχίζουν να ξεθωριάζουν.

«Είναι φανερό, για όποιον εξακολουθεί να θέλει να βλέπει, ότι έχουμε εγκλωβιστεί σε ένα καθοδικό σπιράλ: σε μια διαπραγμάτευση όπου σε κάθε φάση της υποχρεωνόμαστε να υπερασπίζουμε τον κόσμο μας, σε όλο και κατώτερο επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, οι κρίσιμες αποφάσεις που έρχονται δεν είναι δυνατόν να ληφθούν από ένα κλειστό επιτελείο ανθρώπων, ακόμα και των καλύτερων προθέσεων», σημειώνει ο κ. Νταβανέλος και καταθέτει την δική του πρόταση:

«Υπάρχει διέξοδος, που όμως γίνεται όλο και πιο δύσκολη με κάθε εβδομάδα που περνάει σε απραξία, με κάθε δόση που πληρώνεται στους δανειστές: Στάση πληρωμών προς τους τοκογλύφους - μέτρα περιορισμού της “ελευθερίας” δραπέτευσης των κεφαλαίων - υλοποίηση των συνεδριακών αποφάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για τις τράπεζες - φορολόγηση του κεφαλαίου και των πλουσίων για χρηματοδότηση μέτρων αντιλιτότητας - υποστήριξη αυτής της πολιτικής με κάθε αναγκαίο μέσον, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρουσης με την ΕΕ και το ευρώ.

Μια τέτοια «τομή», που θα ήταν φυσιολογική μετά τις 25 Γενάρη, σήμερα θα πρέπει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αναβάπτισης στη λαϊκή εντολή. Σε εκλογές, υπό την προϋπόθεση της καθαρής παρουσίασης αυτών των επιλογών από την κυβέρνηση και της υποστήριξής τους από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ».

Όλο το κείμενο του Αντώνη Νταβανέλου

Υπήρξαμε πολλοί που δεν συμμεριζόμασταν την «ευκολία» της προεκλογικής αφήγησης, που διευκόλυνε μεν τον δρόμο προς την κάλπη, αλλά μας έθετε μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αντιλιτότητας μέσα στο πλαίσιο ανοχής της ευρωζώνης και διά της διαπραγματευτικής μεθόδου με τους «θεσμούς» της;

Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με την απά­ντη­ση: Όχι. Η ΕΕ και το ΔΝΤ επι­χει­ρούν να συ­ντρί­ψουν τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ χτί­ζο­ντας το δί­λημ­μα: από­λυ­τη εν­σω­μά­τω­ση ή άμεση ανα­τρο­πή; Το κά­νουν για λό­γους οι­κο­νο­μι­κούς, επει­δή η αντι­λι­τό­τη­τα είναι ασύμ­βα­τη με τη ση­με­ρι­νή κυ­ρί­αρ­χη πο­λι­τι­κή. Το κά­νουν επί­σης για λό­γους πο­λι­τι­κούς, γιατί η Ευ­ρώ­πη όφει­λε να θω­ρα­κι­στεί απέ­να­ντι στον κίν­δυ­νο της «με­τά­δο­σης» του μι­κρο­βί­ου ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-Podemos.

Η συμ­φω­νία της 20ής Φλε­βά­ρη ήταν ένα ση­μα­ντι­κό λάθος, που προ­έ­κυ­ψε από τον εγκλω­βι­σμό στην προ­ε­κλο­γι­κή «αφή­γη­ση». Δώ­σα­με τη δέ­σμευ­ση της απο­πλη­ρω­μής του χρέ­ους «στο ακέ­ραιο και εγκαί­ρως», πα­ραι­τη­θή­κα­με από «μο­νο­με­ρείς ενέρ­γειες» με βάση το πρό­γραμ­μά μας, που θα οι­κο­δο­μού­σαν μια στέ­ρεα ερ­γα­τι­κή-λαϊ­κή συμ­μα­χία γύρω από την κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς. Δεν πή­ρα­με τί­πο­τα. Η «δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια» λει­τούρ­γη­σε και λει­τουρ­γεί υπέρ των ισχυ­ρών.

Μετά τις 20 Φλε­βά­ρη, επι­χει­ρή­σα­με να αμυν­θού­με με τις «κόκ­κι­νες γραμ­μές». Ήταν κα­τώ­τε­ρες των δε­σμεύ­σε­ών μας στη ΔΕΘ, που ήταν κα­τώ­τε­ρες του συ­νε­δρια­κού προ­γράμ­μα­τος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Σή­με­ρα οι «κόκ­κι­νες γραμ­μές» ξε­θω­ριά­ζουν: Στις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις –απέ­να­ντι στην εμ­βλη­μα­τι­κή ση­μαία του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού– μι­λά­με πλέον για τα έσοδα, για το πώς και πόσες δη­μό­σιες επι­χει­ρή­σεις θα εκ­ποι­η­θούν και όχι για το αν θα εκ­ποι­η­θούν. Στο ζή­τη­μα των φόρων θε­ω­ρού­με πλέον τον ΕΝΦΙΑ και τον ΦΠΑ ως «πεδία πα­ρα­χω­ρή­σε­ων» προς τους δα­νει­στές και όχι ως ζη­τή­μα­τα βελ­τί­ω­σης της ζωής των λαϊ­κών τά­ξε­ων, όπως προ­ε­κλο­γι­κά δε­σμευ­τή­κα­με. Στο Ασφα­λι­στι­κό εγ­γυό­μα­στε τις κα­τα­κτή­σεις των «σή­με­ρα συ­ντα­ξιού­χων» αφή­νο­ντας ανοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο αντι­με­ταρ­ρύθ­μι­σης στις ασφα­λι­στι­κές προσ­δο­κί­ες των μελ­λο­ντι­κών γε­νιών ερ­γα­ζο­μέ­νων. Στα ερ­γα­σια­κά, με­τα­κι­νού­μα­στε από τη δέ­σμευ­ση για απο­κα­τά­στα­ση της ισχύ­ος των ΣΣΕ προς ένα νε­φέ­λω­μα των «βέλ­τι­στων ευ­ρω­παϊ­κών πρα­κτι­κών», όπως τις κα­τα­νο­εί το ILO, με τον κίν­δυ­νο να ανα­κα­λύ­ψου­με ότι συ­ζη­τά­με για θε­σμο­θέ­τη­ση ενός νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου κορ­πο­ρα­τι­σμού (που εν­σω­μα­τώ­νει ως κρι­τή­ρια στις ΣΣΕ τη δη­μο­σιο­νο­μι­κή στα­θε­ρό­τη­τα και την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα στην οι­κο­νο­μία...).

Είναι φα­νε­ρό, για όποιον εξα­κο­λου­θεί να θέλει να βλέ­πει, ότι έχου­με εγκλω­βι­στεί σε ένα κα­θο­δι­κό σπι­ράλ: σε μια δια­πραγ­μά­τευ­ση όπου σε κάθε φάση της υπο­χρε­ω­νό­μα­στε να υπε­ρα­σπί­ζου­με τον κόσμο μας, σε όλο και κα­τώ­τε­ρο επί­πε­δο.

Είναι επί­σης σαφές πού οδη­γεί αυτή η κα­τη­φό­ρα. Στο να μας υπο­χρε­ώ­σουν να υπο­γρά­ψου­με εμείς το Μνη­μό­νιο 3, τη συμ­φω­νία που οι δα­νει­στές ετοί­μα­ζαν για συ­νυ­πο­γρα­φή με τους Σα­μα­ρά και Βε­νι­ζέ­λο. Άλ­λω­στε έχει ήδη δια­φα­νεί και η χρο­νι­κή στιγ­μή που θα επι­χει­ρη­θεί αυτή η ποιο­τι­κή κλι­μά­κω­ση της αντε­πί­θε­σης των δα­νει­στών: όταν η κυ­βέρ­νη­ση θα υπο­χρε­ω­θεί να ζη­τή­σει δα­νει­σμό για να πλη­ρώ­σει όχι πλέον τις δό­σεις του χρέ­ους, αλλά τους μι­σθούς και τις συ­ντά­ξεις, τότε –εκτι­μούν ότι– δεν θα έχει την πο­λι­τι­κή δύ­να­μη για να δια­τυ­πώ­σει την πα­ρα­μι­κρή αντίρ­ρη­ση.

Η από­φα­ση να πλη­ρώ­νο­νται μέχρι σή­με­ρα τα­κτι­κά οι δό­σεις –από­φα­ση που απορ­ρέ­ει από τη συμ­φω­νία της 20ής Φλε­βά­ρη– πα­ρό­λο που οι δα­νει­στές δεν έδω­σαν ούτε ένα ευρώ από τα υπε­σχη­μέ­να και οφει­λό­με­να από τις πα­λαιό­τε­ρες συμ­φω­νί­ες, έχει εξα­ντλή­σει επι­κίν­δυ­να τα απο­θέ­μα­τα του Δη­μο­σί­ου, φέ­ρο­ντας πλέον την κρί­σι­μη στιγ­μή πολύ πολύ κοντά μας.

Οι πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες μιας τέ­τοιας στρα­τη­γι­κής υπο­χώ­ρη­σης –γιατί δεν θα είναι πλέον εφι­κτό να μιλά κα­νείς για «συμ­βι­βα­σμό»– θα είναι άμε­σες. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν είναι δυ­να­τόν να με­τα­τρα­πεί σε κόμμα λι­τό­τη­τας. Οι δα­νει­στές δεν θα δε­χθούν, με­σο­πρό­θε­σμα, να πα­ρα­μεί­νει ως εγ­γυ­η­τής της συμ­φω­νί­ας η ση­με­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση. Θα απαι­τή­σουν να κα­τα­βλη­θεί και το πο­λι­τι­κό κό­στος της πε­ρι­πέ­τειας μετά τις 25 Γε­νά­ρη, εκ­βιά­ζο­ντας για «διεύ­ρυν­ση» της κυ­βέρ­νη­σης Τσί­πρα και, στα­δια­κά, για με­τε­ξέ­λι­ξή της σε κυ­βέρ­νη­ση εθνι­κής ενό­τη­τας ή αλ­λιώς για ανα­τρο­πή της. Η πο­λι­τι­κή ενερ­γο­ποί­η­ση του Γ. Στουρ­νά­ρα –με το όνει­ρο μιας αλά Πα­πα­δή­μος κυ­βέρ­νη­σης «ευ­ρω­παϊ­κού τόξου»– πρέ­πει να αντι­με­τω­πι­στεί ως προει­δο­ποί­η­ση.

Από αυτόν τον φαύλο κύκλο υπάρ­χει διέ­ξο­δος, που όμως γί­νε­ται όλο και πιο δύ­σκο­λη με κάθε εβδο­μά­δα που περ­νά­ει σε απρα­ξία, με κάθε δόση που πλη­ρώ­νε­ται στους δα­νει­στές: Στάση πλη­ρω­μών προς τους το­κο­γλύ­φους - μέτρα πε­ριο­ρι­σμού της «ελευ­θε­ρί­ας» δρα­πέ­τευ­σης των κε­φα­λαί­ων - υλο­ποί­η­ση των συ­νε­δρια­κών απο­φά­σε­ων του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για τις τρά­πε­ζες - φο­ρο­λό­γη­ση του κε­φα­λαί­ου και των πλου­σί­ων για χρη­μα­το­δό­τη­ση μέ­τρων αντι­λι­τό­τη­τας - υπο­στή­ρι­ξη αυτής της πο­λι­τι­κής με κάθε ανα­γκαίο μέσον, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της σύ­γκρου­σης με την ΕΕ και το ευρώ.

Μια τέ­τοια «τομή», που θα ήταν φυ­σιο­λο­γι­κή μετά τις 25 Γε­νά­ρη, σή­με­ρα θα πρέ­πει να αφή­νει ανοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο της ανα­βά­πτι­σης στη λαϊκή εντο­λή. Σε εκλο­γές, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση της κα­θα­ρής πα­ρου­σί­α­σης αυτών των επι­λο­γών από την κυ­βέρ­νη­ση και της υπο­στή­ρι­ξής τους από το κόμμα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, οι κρί­σι­μες απο­φά­σεις που έρ­χο­νται δεν είναι δυ­να­τόν να λη­φθούν από ένα κλει­στό επι­τε­λείο αν­θρώ­πων, ακόμα και των κα­λύ­τε­ρων προ­θέ­σε­ων. Το κόμμα, από την ΚΕ ως τις ΟΜ, πρέ­πει να κλη­θεί να απο­φα­σί­σει. Το κόμμα πρέ­πει να αντι­στα­θεί στον κό­ντρα άνεμο που ση­κώ­νε­ται όλο και πιο απει­λη­τι­κά.