​«Πρέπει να φτάσουμε σε συμφωνία στις πρώτες ημέρες του Μαΐου, αν όχι στο τέλος του Απριλίου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ρευστότητας», τονίζει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, σε συνέντευξη του στην «Αυγή της Κυριακής».

«Το ζητούμενο δεν είναι νέο Μνημόνιο, αλλά μια ρύθμιση του χρέους που θα το καταστήσει και βιώσιμο και εξυπηρετ��σιμο και ο σχεδιασμός μιας οικονομικής πολιτικής χωρίς εξωπραγματικά πλεονάσματα», ξεκαθαρίζει.

Την ίδια στιγμή, ο κύριος Δραγασάκης αναφέρει πως αυτό που απαιτεί η ελληνική κυβέρνηση είναι να καταλάβουν οι εταίροι ότι και αυτοί έχουν μερίδιο ευθύνης όσον αφορά το πρόβλημα της ρευστότητας.

«Η ελληνική κυβέρνηση επιζητεί λύση στο ελληνικό πρόβλημα ρευστότητας και το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί συλλογικά», προσθέτει.

Κατά τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, το πρόβλημα ρευστότητας είναι αποτέλεσμα των διευθετήσεων του παρελθόντος, ενώ υπενθυμίζει πως η χώρα δεν έχει λάβει χρήματα από τον Απρίλιο του 2014 με εξαίρεση ένα δισεκατομμύριο ευρώ.

Ο ίδιος επισημαίνει πως «το πρόβλημα ρευστότητας ε��ιτείνεται από τα περιοριστικά μέτρα της ΕΚΤ και την εισαγόμενη αβεβαιότητα και αν οι εταίροι μας επιμείνουν στον στραγγαλισμό τότε μπορεί να υποχρεωθούμε να πάρουμε από μόνοι μας μέτρα τα οποία τώρα προσπαθούμε να αποφύγουμε».

Επιπλέον, ο κύριος Δραγασάκης υποστηρίζει ότι η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους έδειχνε ότι η νέα κυβέρνηση παρέλαβε ταμειακό έλλειμμα και όπως χαρακτηριστικά λέει «από τα τέλη Φε��ρουαρίου το ελληνικό κράτος δεν ήταν σε θέση να πληρώσει κανονικά τους μισθούς». Ωστόσο, τονίζει ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, είναι οι ανάγκες του λαού.

Όσον αφορά στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για τα ταμειακά διαθέσιμα, λέει πως «οι αντιδράσεις εξηγούνται και είν��ι μάλλον δικαιολογημένες λόγω του ότι δεν ενημερώσαμε έγκαιρα για τις διαστάσεις του προβλήματος, αλλά και επειδή οι εμπειρίες από το κούρεμα των αποθεματικών με το PSI είναι ακόμη νωπές».

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης καταλήγει πως οι πιο σκληρές αντιδράσεις για τη νέα οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, ίσως να μην έρθουν από την Ευρώπη, αλλά από μέσα, από μια οικονομική ελίτ που την χαρακτήρισε σαν τα «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας».