​Για την επίσκεψη του Α. Τσίπρα στη Μόσχα, τις επαφές της κυβέρνησης με Κίνα και Ρωσία και την πορεία των διαπραγματεύσεων μίλησε ο υπουργός Εξωτερικών, Ν. Κοτζιάς σε συνέντευξή του στην Huffington Post Italia.

«Όταν στην πολιτική χρησιμοποιούνται κάποια μέσα, ο σκοπός είναι να φέρουμε την άλλη πλευρά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Δεν θεωρούμε ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται οι κυρώσεις, προκειμένου να εξοντώσεις την άλλη πλευρά, διότι δημιουργείς μόνον αστάθεια και μπορεί και να οδηγηθείς και σε χάος. Θυμίζω δε, ότι επί πάρα πολλά χρόνια όλη η Δύση κουνούσε το δάχτυλο μπροστά στην Ελλάδα, επειδή είχαμε κάνει το εμπάργκο στη FYROM», δήλωσε με νόημα ο κ. Κοτζιάς και πρόσθεσε:

«Ο πρωθυπουργός πάει στη Ρωσία, θέλοντας να ενισχύσει τη συνεργασία μας με μια σημαντική χώρα για την εξωτερική μας πολιτική, αλλά και για το εμπόριό μας. Πάει σε μια χώρα με την οποία έχουμε μεγάλο έλλειμμα, αφού οι εισαγωγές μας από τη Ρωσία είναι οκτώ φορές μεγαλύτερες από τις εξαγωγές μας. Άρα θα πρέπει να βρούμε τρόπους να ενισχύσουμε τις οικονομικές και εμπορικές μας σχέσεις, ώστε να μειωθεί το έλλειμμα αυτό» τόνισε αναφερόμενος στην επικείμενη επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα και στο θέμα των κυρώσε��ν σε βάρος της Ρωσίας».

Όσον αφορά στις επαφές με το Πεκίνο και τη Μόσχα και σε ερώτηση αν σχετίζονται με τη βούληση να αυξηθούν οι επενδύσεις των δύο χωρών στην Ελλάδα, ο κ. Κοτζιάς απάντησε:

«Εξήγησα σε μια συνάντηση που είχα με τους πρέσβεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι το βρίσκω πάρα πολύ παράξενο, όταν ο κ. ��έντσι πάει στη Μόσχα ή όταν η κ. Μέρκελ πάει στο Πεκίνο, και οι υπουργοί Εξωτερικών από τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επισκέπτονται για λόγους διακρατικού συμφέροντος και συνεργασίας τη Μόσχα και το Πεκίνο, όλοι να το θεωρούν αυτονόητο και επιτυχές. Κάθε φορά που η Ελλάδα επιδιώκει να αναπτύξει τις σχέσεις της με τις αναδυόμενες αγορές -στην επιστήμη λέμε με τους υπόλοιπους χωρίς τη Δύση- κάποιοι κύκλοι αντιδρούν, ως να έχουμε εγκαταλείψει τη Δύση και να προχωρούμε σε πισώπλατο χτύπημα στα συμφέροντά τους.

Σχετικά με τη διαπραγμάτευση ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε: «Δεν νομίζω ότι η κατάσταση πρέπει να είναι δύσκολη, νομίζω ότι κάποιοι θέλουν να μας κάνουν δύσκολη την κατάσταση. Θεωρώ ότι κάποιοι έχουν και πολιτικές σκοπιμότητες στην αντιμετώπιση της Ελλάδος. Νομίζω ότι η Ευρώπη είναι ένας μεγάλος, ιστορικός θεσμός που ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι η στήριξη στους κανόνες δικαίου και η αναζήτηση συμβιβασμών. Δεν μπορώ να φαντασθώ ότι θα υπάρξει κάποιος ο οποίος θα παραβιάσει κανόνες δικαίου, που είναι θετικοί ως προς την Ελλάδα ή θα αποφύγει έναν καλό και δημιουργικό συμβιβασμό, τον οποίο και επιδιώκουμε».

Για τις ελληνογερμανικές σχέσεις εκτιμά ότι «το κύριο είναι ότι πρέπει να βελτιωθεί η ατμόσφαιρα στην κοινή γνώμη των δυο κρατών. Πρέπει να κατανοήσουν οι Γερμανοί ότι ούτε κλέφτες, ούτε απατεώνες είμαστε, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχουν δώσει ούτε ένα σεντς στην Ελλάδα, αλλά εγγυήσεις, και έχουν βγάλει ογδόντα δισεκατομμύρια κέρδη».

Πρόσθεσε μάλιστα ότι «θα πρέπει αποφύγουν οι Έλληνες να συνδέουν την κριτική στην πολιτική της Γερμανίας με τα χαρακτηριστικά και τις νοοτροπίες του γερμανικού λαού, που είναι λαός με μεγάλη κουλτούρα και εργατικότητα».

«Ο ελληνικός λαός στηρίζει την κυβέρνηση διότι έχει δει τα πρώτα δείγματα και έχει διαπιστώσει ότι αντιστέκεται και θέλει να διαπραγματευθεί. Όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν κατανοήσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι παρένθεση, ότι δεν μπορούν να τον στραγγαλίσουν μέσα σε μερικές ημέρες, όπως είχαν την αυταπάτη ορισμένοι. Η Ευρώπη πρέπει να μάθει να ζει με μια διαφορετική αντίληψη και μια διαφορετική πολιτική, η οποία νομίζω ότι σε μερικούς μήνες θα γίνει κυρίαρχη και σε σειρά άλλων κρατών», δήλωσε ο κ. Κοτζιάς.

Αναφερόμενος τέλος στα όσα ακούστηκαν ότι η Ελλάδα θα διευκολύνει την έλευση Τζιχαντιστών στην Ευρώπη, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών είπε:

«Κάτι τέτοιο είναι γελοίο και ψευδές. Εγώ έκανα μια ανάλυση και είπα ότι αν συνεχίσουμε να αποσταθεροποιούμε από τα σύνορα Ρωσίας- Ουκρανίας, μέχρι τα δυτικά Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και μελλοντικά χώρες όπως είναι η Ελλάδα, τα αποτελέσματα θα είναι πολύ αρνητικά. Και αν αποσταθεροποιηθεί όλη αυτή η περιοχή θα πρέπει να αντιμετωπισθούν μετακινήσεις εκατομμυρίων μεταναστών».